Ήταν ευχαριστημένος, ύπνος όμως δεν του πήγαινε και χωρίς να θέλη έπεσε εις συλλογισμούς, από τους οποίους τον εύγαλε, μετά κάμποση ώρα, το καμπανάκι που εκαλούσε τους καλόγερους στην εκκλησιά να διαβάσουν και 'να προσευχηθούνε. Ο παππά Συνέσιος επλησίασε στο παράθυρο. Τα άστρα εφεγγοβολούσαν ακόμα και ο 'γουμενος είδε τα γεροντάκια σαν σκιές, να πηγαίνουν στο ναό μέσα.

Λευκά και δροσερώτατα, 'Σάν άστρα αυγερινά, Υπό τα θεία φυτρόνουσι Πατήματα και πέφτουσι Συχνά εις τον κόσμον. Τάχεις γνωστά· κ' εστόλισες Πολλαίς φοραίς μ' εκείνα, Τους μη σκληρώς πατήσαντας Τον εχθρόν όταν έβαλεν Τ' άρματα κάτω. Τάχεις γνωστά· τα εχάρισες Εις όσους δεν εξάπλωσαν Βαρείαν χείρα επί γέροντας Ή παρθένους οπ' έγειναν λάφυρα μάχης.

Είναι παράδοξον αυτό που λέγω και ίσως νομίση κανείς ότι δεν αρμόζει αυτό εις γέροντας. Αλλά όταν κανείς νομίση ότι ένα μάθημα είναι καλόν και αληθές και συμφέρον εις την πόλιν και όλως αγαπητόν εις τον θεόν, τότε πλέον δεν υπάρχει κανείς τρόπος διά να ημπορέση να μη το ειπή. Ομιλείς πολύ λογικά. Αλλά διά τα άστρα ποίον μάθημα θα εύρωμεν να είναι τοιούτον;

Σαν ετελείωσε το γλυκό τραγούδι, η βασιλόπουλα έσκυψε απ' το ψηλό παράθυρο και τα δάκρυά της στάζανε κάτω στο χώμα. Το φεγγάρι φιλούσε τα δάκρυά της και τάκανε μαργαριτάρια. Τότε το βασιλόπουλο σήκωσε ψηλά τα μάτια του και είδε δυο ζαφείρια. να λάμπουν, σαν άστρα, μέσα στο σκοτάδι του παραθυριού. Και σαν τα είδε είπε μέσα του: — Αυτά είναι τα μάτια της αγαπημένης μου.

Το νερό αργοκίνητο, χωρίς μουρμουρητά ή παράπονα, περνούσε αφλοίσβητο ανάμεσα στις πρασινάδες. Κάτω από τον ήλιο ο Ποταμός φορούσε τα χρυσάφια του και στολιζότανε με διαμάντια και με ζαφείρια· κάτω από το φεγγάρι έβαζε τασημένια του και φορούσε τα οπάλια και τα μαργαριτάρια του· μέσα στο σκοτάδι της νύκτας ντυνότανε τα μαύρα του βελούδα, κεντημένα με χρυσά άστρα.

Πλησιάζοντας τέλος πάντων η αυγή, βλέπω να τρέχουν από την χώραν όλοι οι περίεργοι, και να έρχωνται προς το σπήλαιον. Εγώ ευθύς εσηκώθηκα, και έτρεξα προς την πόρταν, διά να μην ήθελα ήμουν από τους ύστερους εις το να έμβω· αρχινούσαν τότε τα άστρα να χάνωνται από ολίγον κατ' ολίγον οπόταν εις μίαν στιγμήν, η πόρτα, που ήτον από ξύλον της Ινδίας, ανοίγει μοναχή της με ένα μεγαλώτατον κτύπον.

Είχον ρίψει ακόμη δάδας τινας εις την πυράν, ο συριγμός του ανέμου εσίγησεν εις τας πίτυας, ο φλοξ ανήρχετο κατ' ευθείαν προς τα άστρα, τα οποία εσπινθηροβόλουν, και ο γέρων, υπομνήσας τον θάνατον επί του Γολγοθά, ωμίλει πλέον μόνον περί του Χριστού. Ο άνθρωπος ούτος ήτο αυτόπτης!

Είπα, κ' εκείνοι ωρκίσθηκαν ως είχα εγώ ζητήσει, και αφού τον όρκον ώμοσαν κ' ετέλειωσαν εκείνοι, τ' ωρηό καράβι αράξαμε μες τον βαθύ λιμένα, 305 'που 'χε σιμά γλυκό νερό• και οι σύντροφοί μου εβγήκαν έξωτην γη, και τεχνικά τον δείπνον ετοιμάσαν, και του φαγιού και του πιοτού την όρεξι αφού σβύσαν, έκλαιαν ενθυμούμενοι τους ποθητούς συντρόφους, 'π' άρπαξ' η Σκύλλα κ' έφαγεν απ' το βαθύ καράβι• 310 κ' ύπνος τους έπιασε γλυκός εκεί, 'που ακόμη εκλαίαν, και μες το τρίτο της νυκτός μέρος, 'που τ' άστρα κλίνουν, άνεμον σήκωσε σφοδρόν ο αστραποφόρος Δίας, με φυσομάνισμα φρικτό, κ' ετύλιξετα νέφη πόντον και γην, κ' εχύθηκεν απ' τον αιθέρα νύκτα. 315 και ως ήλθε η ροδοδάκτυλη Ηώ του όρθρου κόρη, εις άντρο μέσα εσύραμε κ' εστήσαμε το πλοίο• κ' ήσαν αυτού χορότοποι κ' έδραις Νυμφών ωραίαις. τότ' έκαμα συνάθροισι και μέσα εις όλους είπα• «ω φίλοι, αφούτο πλοίο μας πιοτό και βρώσις είναι, 320 τα βώδι' αυτά μη εγγίξουμε, μη συμφορά μας εύρη. ότι δεινού θεού τ' αρνιά τούτά 'ναι και η δαμάλαις, του Ηλιού, 'που όλ' άνωθε τηρά και όλ' άνωθεν ακούει».

Αγαπητοί μου, ημπορώ να ειπώ ότι οικτρώς απατώμεθα όλοι οι Έλληνες διά τους μεγάλους θεούς, δηλαδή τον ήλιον και την σελήνην. Ποία είναι η απάτη; Νομίζομεν ότι αυτά ποτέ δεν διαγράφουν τον ίδιον δρόμον, καθώς και μερικά άλλα άστρα, τα οποία ονομάζομεν πλανήτας. Μα τον Δία, Ξένε μου, αυτό που λέγεις είναι αληθές.

Διότι ο ήλιος περιστρεφόμενος πέριξ αυτής, της ρίπτει πάντοτε νέον φως, το δε παλαιόν υπάρχει από τον προηγούμενον μήνα. Ερμογένης. Ορθότατα. Σωκράτης. &Σελαναίαν& δε ονομάζουν αυτήν πολλοί. Ερμογένης. Πολύ ορθά. Σωκράτης. Ερμογένης. Αυτό το όνομα φαίνεται ως βακχικόν, καλέ Σωκράτη. Αλλά τον μήνα και τα άστρα πώς τα εξηγείς; Σωκράτης. Ερμογένης. Το δε πυρ και το ύδωρ; Σωκράτης.