Vietnam or Thailand ? Vote for the TOP Country of the Week !

Ενημερώθηκε: 15 Ιουνίου 2025


Εσένα η Κέα, νιογέννητο, μόλις το φως πρωτώδες, σ' επήρε απ' τη μητέρα σου, σ' ανάθρεψεν εκείνη. Γιατί στην Κέα ανάνοιωσε της γέννας της τους πόνους κι απ' την Ειλείθυια ζήτησε βοήθεια η Βερενίκη· κ' η Ειλείθυια παράστεκε κι αλάφρωνε τους πόνους και το παιδί γεννήθηκεν ίδιο με τον πατέρα. Έτσ' είπ' εκείνο το νησί' κ' εκεί ψηλά στα νέφη έκρωξε τότε τρεις φορές ένας αϊτός μεγάλος.

Έτζι είναι, είπ' ο Λογιότατος. πολλαίς φοραίς ωστόσο μας ενοχλούν και πράγματα, οπού δεν δυνόμεστε να τ' αποδιόξωμεν, επειδή κι' η απόλαψη τους θελά σχημάτιζε το κυριώτερο μέρος της ευτυχίας μας, και της ευτυχίας των άλλων. Και σαν τι πράμματα είναι αυτά, οπού μας ενοχλούν, και μας προξενούν στον ίδιον καιρόν ευτυχίαν; ερώτησε ο Γέροντας.

Αυτά είπ' ο Δεληγιάννης, και με θόρυβον εκτύπα Και εκύτταζ' ολοένα απ' της κλειδωνιάς την τρύπα, Για να ίδη, εάν όσα μετά τόλμης είπε τόσης Επροξένησαν στον Βίσμαρκ και τους άλλους εντυπώσεις. Και τωόντ' οι διπλωμάται, άμα ήκουσαν αυτή Την μεγάλη ρητορεία, τους επήγε ριπιτί.

Καλά! είπ' εκείνος και γύρισε το κεφάλι του απ' την άλλη μεριά. Ο Βαγγέλης έσκυψε και του άλλαζε τα βρεμμένα πανιά. Η Ασημίνα έγυρε πάλι το πρόσωπό της απάνω στα γόνατά του και το σώμα της ανεβοκατέβαινε από κάποια βουβά αναφυλλητά.

Και ο δυνατός Πολύφημος απ' τ' άντρον είπ' «ο Ουδένας, αγαπητοί, φονεύει με, με δόλο, ουδέ με βία». Κ' εκείνοι ευθύς του απάντησαν με λόγια πτερωμένα• αλλ' αν μηδ' ένας σ' ενοχλεί κ' είσαι αυτού μέσα μόνος, 410 πληγή του παντοδυνάμου Διός γιατρειά δεν έχει• αλλ' εύχου εις τον πατέρα σου τον μέγαν Ποσειδώνα».

Όλοι στη γραμή! είπ' ο Κυρ-Λοχίας· κ' εμπήκαμε στη γραμή. Ύστερα έναν ένα διάβαινε μπροστά μας και μας μέτραε, δείχνοντας με το δάχτυλο·Ένας!.. δύο!.. τρεις!.. πέντε!.. δέκα!.. είκοσι!.. εικοσιδύο!.. — Πλήρεις, πανοπλήρεις! είπ' ο Επιστάτης, χαμογελώντας μέσα στο ξανθό του μουστάκι και ξεδιπλώνοντας τα χαρτιά στα χέρια. Εμείς στεκόμαστε άλαλοι, βουβοί· σαν κούτσουρα αραδαριά.

Κ' είπ' ο Μενάλκας πρώτος. ΜΕΝΑΛΚΑΣ Εσείς από τη θεία γενιά κοιλάδες και ποτάμια, αν κάποτ' ετραγούδησα κ' είπα γλυκό τραγούδι, παρακαλώ σας, βόσκετε με προθυμιά ταρνιά μου· κι αν έρθη ο Δάφνις από 'δώ φέρνοντας τις γελάδες, την ίδια πάλι προθυμιά δείξετε και σ' εκείνον.

Είπ', έλυσε την καταχνιά κ' εφάνη ο τόπος όλος• ευφράνθητην πατρίδα του ο θείος Οδυσσέας, κ' εφίλησε ο πολύπαθος την γην την σιτοδώρα, και προσευχήθη των νυμφών με χέρια σηκωμένα• 355 «Νύμφαις Ναϊάδες, του Διός ω κόραις, εγώ πλέον να σας ιδώ δεν έλπιζα• τώρα μ' ευχαίς γλυκείαις χαίρετε, και θα λάβετετο εξής και δώρα ως πρώτα, αν δώσ' η κόρη του Διός, η νικηφόρ' Αθήνη, ζωήεμέ και προκοπή του αγαπητού παιδιού μου». 360

Πάμε να πάρουμε λίγον αέρα; — Με συγχωρείτε, είπ' εκείνος, συντροφεύοντάς τους ως την πόρτα. Θα μείνω να εργασθώ ακόμα. Δεν καλόκατσε στη δουλειά του κι ακούστηκαν έξω οι φωνές των δύο νέων να τραγουδάν δυνατά : Εγώ γεννήθηκα για σε, γεννήθηκες για μένα, Θαρθή καιρός ναδερφωθή η γλώσσα με την πέννα. Οι φωνές σαν λιανά λιανά κρούσταλλα έπεφταν και θρυμματίζονταν στην πόρτα του γραφείου.

Και ο μαχητής Μενέλαος, άμ' άκουσε τον λόγο, την σύντροφο παράγγειλεν ευθύς και ταις γυναίκαις, απ' όσα ευρίσκοντ' άφθονα τραπέζι να ετοιμάσουν, και ο Βοηθοίδης έφθασεν Ετεωνέας μόλις 95 εγέρθη, ότι όχι μακράν του Ατρείδη εκατοικούσε. και ο μαχητής Μενέλαος του 'πε φωτιά ν' ανάψη, και κρέατα να ψήση ευθύς• και υπάκουσεν εκείνος. ς τον μυροβόλον θάλαμον κατέβη ωστόσ' ο Ατρείδης, κ' η Ελέν' ήταν κατόπι του και ο υιός του Μεγαπένθης. 100 και ότ' ήλθαν οπού οι θησαυροί εμέναν φυλαμμένοι, ένα ποτήρι δίκουπον επήρ' ο Ατρείδης κ' είπε έναν κρατήρα ολάργυρον να φέρη ο Μεγαπένθης. η Ελένη τότ' εσίμωσε 'ς τ' αρμάρια της, 'που μέσα πέπλ' ήσαν ολοπλούμιστοι, τους είχε κάμει εκείνη. 105 έναν εσήκωσε απ' αυτούς η Ελένη, γυνή θεία, απ' όλους τον πλατύτερον κ' εξαίσια κεντημένον, που ωσάν αστέρας έλαμπε• και κάτω απ' όλους ήταν. κ' έφθασαντον Τηλέμαχον αφού διαβήκαν όλα τα δώματα• τότε ο ξανθός Μενέλαος είπ' εκείνου• 110 «Να δώση ο Δίας, σύζυγος βαρύκτυπος της Ήρας, Τηλέμαχ', ως επιθυμείς, να φθάσηςτην πατρίδα. και απ' όσ' έχωτο σπίτι μου θησαυρισμένα δώρα, πανεύμορφο πολύτιμο θα σου φιλοδωρήσω• κρατήρα κολοκάμωτον θε να σου δώσ', όπ' όλος 115 είν' αργυρός, κ' επάνωθε με χρυσωμένα χείλη, έργον του Ηφαίστου• ο Φαίδιμος ήρωας, των Σιδονίων ο βασιληάς, μου το 'δωκε, 'ς την σκέπη του ότ' ευρέθην διαβάτηςτην επιστροφή• και συ να το' χης θέλω».

Λέξη Της Ημέρας

αρματώση

Άλλοι Ψάχνουν