Σηκώνεται αμέσως ο Τριστάνος, με το γυαλιστερό σπαθί στο χέρι: «Άναντρε, φωνάζει, ο κακός θάνατος θε ναύρη κείνον π' αφίνει τον κύριο για να χτυπήση το άλογο. Δε θα βγης ζωντανός απ' αυτό το λειβάδι. — Μου φαίνεται πώς δε λέτε αλήθεια! απάντησε ο Ριόλ, σπρώχνοντας κατ' απάνω του το άτι.

Τότε ήταν ωραίο νάβλεπε κανείς το ανακάτωμα των αλόγων που σωριάζονται χάμω, και τους πληγωμένους υποτελείς, και τα χτυπήματα που έδιναν οι νεαροί ιππότες, και τα χορτάρια, που κάτω από τα βήματά τους, γινόντανε κόκκινα από το αίμα. Μπροστά σε όλους, ο Καερδέν είχεν υπερήφανα σταματήσει, βλέποντας νάρχεται απάνω του ένας τολμηρός βαρώνος, ο αδερφός του κόμητος Ριόλ.

Ο Ριόλ σηκώνεται πάλι στα πόδια, αλλά ο Τριστάνος μ' ένα χτύπημα πειο δυνατό σχίζει την κάσκα, και το κεφάλι μένει ακάλυπτο. Ο Ριόλ ζητάει ψυχικό, παρακαλεί να του χαρίση τη ζωή, κι' ο Τριστάνος πέρνει το σπαθί του. Καιρός ήτανε, γιατί απ' όλες της μεριές οι βαρώνοι της Νάντης έτρεχαν να βοηθήσουν τον κύριό τους. Αλλά ο κύριός τους ήτανε πεια παραδομένος, αιχμάλωτος.

Παραμέρισε όμως ο Τριστάνος, ξεφεύγοντας την επίθεσι, και σηκώνοντας το χέρι, χτύπησε βαρειά τη λάμα του στην περικεφαλαία του Ριόλ: την εβούλιαξε από πάνω και της έρριξε κάτω την προσωπίδα. Το κοντάρι γλύστρησε από τον ώμο του ιππότη στα πλευρά του αλόγου, το οποίο κλονίστηκε κ' έπεσε χάμω. Ο Ριόλ κατώρθωσε να ξεγλυστρήση και σηκώθηκε πάλι όρθιος.

Ο κόμης Ριόλ είχε στήσει το στρατόπεδο του τρία μίλλια μακρυά από το Κάρχαιξ κι' από πολλές ημέρες οι άντρες του Δούκα Χόελ δεν τολμούσαν πεια να περάσουν της πόρτες να τον χτυπήσουν. Όμως την άλλη μέρα κι' όλα, ο Τριστάνος, ο Καερδέν, και δώδεκα νεαροί ιππότες βγήκαν από το Κάρχαιξ, φορώντας τους θώρακας και της περικεφαλαίες, και κάλπασαν κάτω από το δάσος των ελάτων μέχρι της εχθρικές σκηνές.

Οι στρατιώτες του έσπειραν παντού τη φωτιά, και παντού πήρανε πλιάτσικα. Οι άνθρωποι του έγιναν για όλη τους τη ζωή πλούσιοι: έτσι είν' ο πόλεμος. — Αδελφέ, είπεν ο Τριστάνος, γιατί ο κόμης Ριόλ τάκαμε όλα αυτά στον Άρχοντά σας, το Χόελ; — Θα σας πω λοιπόν, Άρχοντα, την αφορμή του πολέμου. Μάθετε, ότι ο Ριόλ ήτανε υποτελής του Δούκα Χόελ.

Στην κραυγή τ' αδερφού του, ο Δούκας Ριόλ ρίχνεται κατ' απάνω του Καερδέν, με τα χαλινάρια αμπολυμένα. Αλλά ο Τριστάνος του κόβει το δρόμο. Άμα χτυπήθηκαν, το κοντάρι του Τριστάνου έσπασε στα χέρια του. Το κοντάρι του Ριόλ χώθηκε στο στήθος του εχθρικού αλόγου, πέρασε της σάρκες και το ξάπλωσε νεκρό, χάμω στο λειβάδι.

Ένα πρωί, καθώς χάραζεν η αυγή, ένας φρουρός κατέβηκε λαχανιάζοντας από τον πύργο του, κ' έτρεξε στης σάλλες φωνάζοντας: «Άρχοντες, πολύ κοιμηθήκατε: Σηκωθήτε, ο Ριόλ έρχεται να κάνη επίθεσιΙππότες και αστοί ωπλίστηκαν κ' έτρεξαν στα τείχη: είδαν στον κάμπο να λάμπουν η περικεφαλαίες, να κυματίζουν η τριγωνικές σημαίες των ιπποτών, κι' όλον το στρατό του Ριόλ που προχωρούσε σε καλή τάξι.

Μετά το φαΐ, καθώς είχε πέσει πεια η νύχτα, κ' ήτανε καθισμένοι γύρω από τη φωτιά, ο Τριστάνος ρώτησε ποιος ήταν αυτός ο ρημαγμένος τόπος. «Ωραίε Άρχοντα, είπεν ο ερημίτης, είναι η γη της Βρεττάνης, του Δούκα Χόελ. Ήταν άλλοτε ωραίος τόπος, με πλούσια λειβάδια και χωράφια: εδώ μύλοι, εκεί μηλιές, εκεί αρχοντικά υποστατικά. Ο κόμης Ριόλ της Νάντης έκαμε την καταστροφή.

Ο Καερδέν εγύρισε τον Τριστάνο στα τείχη, και στον μεγάλο πύργο, τριγυρισμένο από προμαχώνες με πασσάλους, όπου κρύβονταν οι τοξότες. Από της πολεμότρυπες τούδειξε μακρυά στον κάμπο της σκηνές και τα παραπήγματα πούχε στήσει ο κόμης Ριόλ. Όταν γύρισαν στο παλάτι, ο Καερδέν είπε στον Τριστάνο: — Τώρα, ωραίε φίλε, θ' ανεβούμε στη σάλλα που είναι η μητέρα μου κι' η αδερφή μου.