Vietnam or Thailand ? Vote for the TOP Country of the Week !
Ενημερώθηκε: 10 Ιουνίου 2025
Ακούοντας ταύτα ο βασιλεύς τρόπον τινά έμεινεν εκστατικός, όμως εύρε δυσκολίαν να το πιστεύση, λέγοντάς του· Αδελφέ, απατάσαι, σε επλάνεσαν τα μάτια σου, ή το εφαντάσθης εις τον ύπνον σου· διότι η μεγάλη βασίλισσα της Ινδίας δεν είνε ικανή να κάμη ένα τέτοιον άτιμον και παράνομον κάμωμα, και αν δεν το ιδώ εγώ δεν το πιστεύω. Τότε του λέγει ο Σχαζηνάν.
Άνοιξε λοιπόν, πλειότερον από το στόμα σου, τα ώτα σου· αλλά και από τα δύο ταύτα άνοιξε πλειότερον τους οφθαλμούς σου. Και συ ωμίλησες και σοφόν με κατέστησες, — όσον ήρκει δι' ένα πετεινόν. Εάν καθίστας εμέ σοφόν, όσον δι' ένα άνθρωπον ήρκει, θα έβγαζα τα μάτια τα ιδικά σου, ω Διδάσκαλε, αλλά θα έσωζον τα ιδικά μου.
Είπε και 'ς τον Αντίνοον πικρόν ίσιασε βέλος· εκείνος τότε δίχερον εσήκονε ποτήρι ολόχρυσο και το 'σφιγγε 'ς τα χέρια, να ρουφήση 10 κρασί, και φόνου μες τον νου δεν είχε φαντασία· και ποίος θα φαντάζονταν, 'ς την μέσην των συνδείπνων, απ' έναν μόνον, εις πολλούς ανάμεσ', αν και ανδρείον, φαρμακωμένον θάνατον, μαύρην να λάβη μοίραν; 'ς τον λαιμό τον σημάδευσε κ' επίτυχ' ο Οδυσσέας· 15 τ' απαλό σνίχι πέρασε και αντίκρυ βγήκε η λόγχη· έγυρε αυτός και του 'πεσεν από το χέρ' η κούπα, και απ' τα ρουθούνι' ανάβρυσεν αίματος ανθρωπίνου κρουνιά χοντρή· κ' έσπρωξε αυτός την τράπεζα μακράν του με τα δυο πόδια, κ' έχυσε τα φαγητά 'ς το χώμα, 20 και τα ψημένα κρέατα και ο σίτος μολυνθήκαν. άμα τον άνδρ' είδαν νεκρόν, με τρόμο σηκωθήκαν απ' τα θρονιά και αλάλαξαν 'ς τα δώματα οι μνηστήρες, και με τα μάτια πανταχού τους τοίχους εξετάζαν, αλλ' ουδ' ασπίδα ευρίσκονταν ουδέ βαρύ κοντάρι. 25 και χολωμένοι ωνείδισαν βαρειά τον Οδυσσέα· «Ω ξένε, κακά σκέφθηκες να σημαδεύης άνδραις· ύστερος είναι αγώνας σου· μη να σωθής ελπίσης· άνδρα συ τώρα εφόνευσες 'που ο πρώτος ήταν νέος εις την Ιθάκην· όθε δω γύπες εσέ θα φάγουν». 30
Ας πάω κάνε παρέκει. ΣΤΕΦΑΝ. Δεν είπες που αυτός λέει ψέμματα; ΑΡΙΕΛ. Εσύ τα λες. ΣΤΕΦΑΝ. Εγώ τα λέω; να λοιπόν. Αν σ' αρέση αυτό, ψεύσε με και άλλη φορά. ΤΡΙΝΚ. Εγώ δεν σ' έψευσα. — Εχάσετε, βλέπω, με τα μυαλά και ταυτιά. Ανάθεμα στο φλασκί σου· είναι δουλειές του κρασιού· πανούκλα να πάρη το τέρας σου, και ο διάολος τα χέρια σου. ΚΑΛΙΜΠ. Χα, χα, χα.
Την ορμήνια μου αφηκράσου, Σιούκου ορθός στα μπροστινά σου, Προς τον τοίχο με τ' αστήθια· Εύγε σου μα την αλήθια. Τέντοσε τα μπροστινά σου· Στήλοσε τα κερατά σου· Βάστα φίλε, μη σπαράξης, Για να ιδής και να θιαμάξης. Είπε κι' έκαμε το πράμμα. Όξω ερρίχτηκε εν τω άμα· Κιαπέ σκύφτει και γελάει, Και τον Τράγο περγελάει, Που φωνάζει, φιληνάδα, Ήρθεν η δική μου αράδα.
Οι Μώροι με έφεραν υποκάτω εις μίαν μεγάλην τένταν, εις την οποίαν ελόγιαζα να γένω θυσία· μα μία Μώρα γυναίκα, που εφανερώθη έμπροσθέν μου, εδιάλυσε αυτόν τον φόβον· μη φοβάσαι, ω νέε, μου λέγει αυτή· εσύ δεν συναπαντάς την τύχην των συντρόφων σου· η βασιλοπούλα Ουσνάρα, κυρία μου, σου φυλάττει μίαν καλυτέραν· εγώ δεν σου μιλώ τίποτε, διατί αυτή η ίδια θέλει σου φανερώσει την καλήν σου τύχην· εγώ είμαι η πιστή της σκλάβα, και έχω θέλημα, να σε εμβάσω εις τον οντά της, εκεί που αυτή με μεγάλην ανυπομονησίαν σε καρτερεί.
Έπειτα η γραία Οθωμανίς ανέκρουσε μίαν ανατολικωτάτην δέησιν — «Επτά ημέρας θα καθήσω έξω από το ενδιαίτημά σου· επτά φοράς την ημέραν θα φιλώ το κατώφλιον της θύρας σου· επτά φοράς την ώρα» κτλ — κ' εγώ έχασα επτά φοράς την υπομονήν μου. Άλλως τε, η πρόσκλησις αύτη μοι εφαίνετο ευνοϊκή δια την υπόθεσίν μας. Διά τούτο αφήκα την μητέρα μου να πράξη όπως θα τη ήρεσκεν.
Για τρεις ημέραις ώρισες μακριά οχ την κατοικιά σου, Να στερευτώ τα μάτια σου, και τη γλυκή θωριά σου. Κυρά είσαι· καμμιά ξέταξι δεν κάνω στο σκοπό σου· Εγώ σα δούλος, πρέπει μου ν' ακούω τον ορισμό σου. Και όχι τόσο διάστημα καιρού κοντό κι' ολίγο Μακριά οχ τ εσένα στρέγομαι, σα θέλησες, να φύγω· Μονέ για πάντα είμ' έτοιμος μακριά οχ τ εσέ να ζήσω, Της αρεσιάς σου να φερθώ, και να σ' ευχαριστήσω.
Εγώ συμπονούμαι πολλά με λόγου σου· όθεν διά να σου ελαφρώσω τους πόνους, αποφάσισα, να σου δώσω εις γυναίκα μίαν από τες πλέον μου όμορφες σκλάβες· και αν δέχεσαι, ημπορείς να απομείνης εις την αυλήν μου, να απεράσης το επίλοιπον της ζωής σου ωσάν μέγας αυθέντης.
Κάμε, του είπεν η βασιλοπούλα εκείνο που γροικάς, και εμάς λόγιασε ωσάν να μη μας είχες εις την συντροφιά σου· αν η κακή μας τύχη θέλη να χαθούμεν εις τούτον τον τόπον, πρέπει υπομονή· και ημπορώ να ειπώ πως επλήρωσα την τύχην μου. με μίαν σταθερότητα αξίαν της ευγενείας του αίματός μου.
Λέξη Της Ημέρας
Άλλοι Ψάχνουν