Ως τόσον η μάγισσα εγύρισε πάλιν εις το παλάτι των δακρύων, και εμβαίνοντας μέσα, επλησίασε τον αγαπητικόν της τον αράπην και του λέγει· έκαμα τα όσα μου παρήγγειλες· σήκω τώρα λοιπόν διά να εκπληρώσης την επιθυμίαν μου και να μου δώσης εκείνην την ευχαρίστησιν, που τόσον καιρό είμαι στερημένη.

Αφού επέρασεν ένας χρόνος που έκαμα το έργον του ξυλά, μίαν ημέραν περπατώντας μέσα εις τα βάθη του δάσους βλέπω μίαν κρικέλαν σιδηράν κατά γης εις τα φύλλα των δένδρων, και σκύπτοντας να την πάρω βλέπω πόρταν σιδερένιαν σκεπασμένην με φύλλα· ευθύς εσήκωσα την θύραν, και ιδού βλέπω μίαν σκάλαν· και κατεβαίνοντας έως κάτω ευρίσκω ένα παλάτι φωτεινόν και μεγαλοπρεπές, οικοδομημένον με λευκότατον μάρμαρον.

Την αυγήν, όταν ανέτειλεν ο ήλιος, βλέπει μίαν μεγάλην οικοδομήν ολίγον διάστημα ξέμακρα, και πλησιάζοντας εκεί είδεν ένα μεγαλοπρεπέστατον παλάτι, το οποίον ήτον οικοδομημένον από μάρμαρον διαφανές, σκεπασμένον όλον με κρυστάλλιον, οπού όλον εφαίνετο ένας καθρέπτης· και αφού το εθεώρησεν αρκετά έξωθεν, επλησίασεν εις την θύραν, την οποίαν, αν και ήτον ανοικτή, αυτός ενόμισεν εύλογον να κτυπήση· και αν και την εκτύπησε μίαν και δύο και τρεις φοράς και πολλάκις, ούτε φωνή ούτε ακρόασις.

Και την ιδίαν ημέραν έφερεν και την αγαπημένην του Δηλαράν με όλον εκείνο που ο βασιλεύς του εδώρησε, και εκατοίκησαν εις το παλάτι το βασιλικόν, και έζησαν με μεγάλην τιμήν σιμά εις αυτόν τον γενναίον βασιλέα, ο οποίος έκαμε και του έγραψαν την ιστορίαν με γράμματα χρυσά, διά να είναι εις παντοτεινήν ενθύμησιν μία τέτοια αγάπη.

Είπε και φεύγει ο γέρος. Όσο να ισκιώσουν τα νερά κι' όσο να γείρη ο Ήλιος Απ' όξω απ' το παλάτι του αλαλαγμός κι' αντάρα.

Και να μη θέλη να παντρευτή ! με δυο σπίτια πούχει-κι άσε πια το ρουχικό και τ’ασημικό και τα διαμαντικά της μάννας της, σπιτικό παλάτι ολάκερο!

Της άξιζαν τα εγκαίνια που της έκαμαν τέτοιας μεγαλόπρεπης εκκλησιάς. Αλύπητα μοιράστηκαν τα δώρα τη μέρα εκείνη. Ανάστατη όλη η Πόλη ακολουθώντας τη λαμπρή συνοδιάβασιλέα, πατριάρχη, αυλικούς κι αρχόντους, από το παλάτι ως το ναό. Πρώτος ξεπέζεψε ο Ιουστινιανός και μπήκε, προχώρησε ως τον άμπωνα, δόξασε το Θεό που τέλειωσε το μέγα του έργο, και φώναξε από τη χαρά του «Σε νίκησα Σολομώντα».

Η Καλεκάρη τελειώνοντας εδώ την διήγησίν της, ω Ουρανέ, εφώναξα εγώ, ημπορώ να λάβω την χαροποίησιν εις το να ανταμώσω την ποθητήν μου Τζελίκα; μα τι λέγω, πως θα την ανταμώσω, που ακούω ότι ετούτος ο μέγας βασιλεύς την έχει φυλαγμένην εις το χαρέμι του; Μην αμφιβάλλεις, μου απεκρίθη η Καλεκάρη διά να την ιδής, επειδή και αυτή έχει περισσότερην επιθυμίαν από εκείνο που στοχάζεσαι διά να σε ιδή, και αυτή η ιδία επρόσταξε τον Καμπούρ και έκαμε τούτες τες ετοιμασίες, και επήρεν ετούτο το παλάτι διά να έρχεται οπόταν ευρίσκει τον καιρόν αρμόδιον διά να σε απολαμβάνη· και διά την ώραν με έστειλεν εμένα διά να σου διηγηθώ τι απέρασε διά εσένα και αύριον το ταχύ θέλει έλθει η ιδία να σε εύρη.

Ακριβή μου μητέρα, είπεν ο Κουλούφ, σε παρακαλώ να αφήσης ετούτος ο σκλάβος να έλθη μαζί μας· επειδή και είναι ένας πολλά επιτήδειος νέος, ο οποίος τραγουδεί πολλά εύμορφα, κάνει στίχους αιφνιδίως, και άλλα πολλά νόστιμα πράγματα, και της Κυράς σου δεν θέλει της κακοφανή ωσάν τον ιδεί. Η γερόντισσα δεν ωμίλησεν άλλο, παρά τους επήρε, και τους έφερεν εις το παλάτι της Κυράς.

Έγινε αγνώριστη η Πόλη από τη φωτιά, από τις φωνές, από τις ληστείες κι από τους φόνους. Ο Ιουστινιανός, η Θεοδώρα, ο Βελισάριος, και μερικοί Σενατόροι και Στρατηγοί, μνήσκανε κλεισμένοι μες στο παλάτι. Δεν είταν αυτοί και καλά γυμνασμένοι. Είχανε στείλει λοιπό να φέρουνε στρατό από τα περίχωρα. Τους παύει λοιπόν και τους δυο, και διορίζει έπαρχο της Αυλής το Φωκά, και Κοιαίστορα το Βασιλείδη.