Τόση είνε η πλήξη και η μελαγχολία του, όπου κατήντησε να υποσχεθή το μισό του Βασίλειο εις εκείνον όπου κατορθώση να τον κάμη να περάση μία μόνη ώρα χωρίς χασμήματα η αναστεναγμούς. Πολλοί ήλθαν από όλα τα μέρη να δοκιμάσουν. Η δοκιμή γίνεται απόψε, και ως εις την πρωτεύουσα είνε μόνο πέντε ώρες δρόμος. Σήκω λοιπόν, Μηλιά, και συγυρίσου να πας εις το παλάτι να κερδίσης το βραβείο.

Αλλά δεν σπεύδει προς το ήδη προσδιωρισμένον τέρμα· πορευόμενος εις το κατηραμένον παλάτι της Ελσινόρης σταματά εις το νεκροταφείον, ως να ήθελε να ξανασάνη από τον κάματον και από τα μισητά έργα της ζωής εις την έρημον επικράτειαν του θανάτου.

Ακόμη περιπλέον λέγει ο Καλίφης θέλω να κάμετε τους γάμους σας εις το παλάτι μου, και διά τρεις ημέρες να γίνουν μεγάλες χαρές εις όλον το Μπαγδάτι.

Και βλέποντας τέτοια παράδοξα, χωρίς να ιδώ παντελώς κανέναν άνθρωπον ζωντανόν, συνεπέρανα ότι όλοι οι άνθρωποι εκείνης της πόλεως ήσαν μεταμορφωμένοι εις λίθους. Έπειτα προβαίνοντας παρεμπρός εύρον μίαν ευρυχωροτάτην πλατείαν εις το μέσον της πόλεως· εκεί είδα ένα ευμορφότατον παλάτι, του οποίου η θύρες ήσαν από μάλαμα καθαρόν και συνεπέρανα ότι ήτο το παλάτι του βασιλέως εκείνης της πόλεως.

Κα ΖΟΥΡΝΤΑΙΝ Και μήπως με παίρνετε, κύριε, για καμμιά γρηούλα; ΔΟΡΑΝΤ Ω! κυρία Ζουρνταίν, συγγνώμην, συγγνώμην! ήμουν αφηρημένος· μου είχε διαφύγει πως είστε νέα. Σας παρακαλώ, συγχωρήσετε την αφηρημάδα μου. Οι ανωτέρωZOYPΝΤΑΙΝ Να, διακόσια λουδοβίκεια καλομετρημένα. ΔΟΡΑΝΤ Σας είμαι υπόχρεως, κύριε Ζουρνταίν, και επιθυμώ με όλη μου την καρδιά να σας φανώ χρήσιμος στο παλάτι.

Και έτσι λέγοντας εβγήκε με πολλήν σύγχυσιν από τον χοντζερέ της Σχυρίνας, και επήγε ζητώντας εις όλον το παλάτι διά να με εύρη· μα εστάθηκαν μάταιες η εξέτασες που έκαμε, Και όλος θαυμασμένος έλεγεν· αλλά πώς εκείνος ο αυθάθης ημπόρεσε να έμπη εις τούτο το καστέλλι; ετούτο είναι εκείνο που δεν ημπορώ να καταλάβω.

Εβγάνοντας το λοιπόν από το μετζίτι, επήγα εις μίαν πόρταν ενός μεγάλου παλατίου, και με φωνήν τρανήν εζητούσα ελεημοσύνην. Μία γραία σκλάβα έρχεται ευθύς με ένα ψωμί εις το χέρι διά να μου το δώση και τον καιρόν που άνοιξε την πόρταν διά να μου το δώση βλέπω από μέσα εις το παλάτι μίαν νέαν κυράν εξαισίας ωραιότητος.

Και ο άνδρας, 'που κρυφόσμιγε μ' αυτήν, της απαντούσε 430 «δεν έρχεσαι κατόπι μας οπίσωτην πατρίδα, να ιδής και το παλάτι σου, να ιδής και τους γονείς σου; ότ' είναι ακόματην ζωή, και υπέρπλουτοι λογιούνται». Τότε η γυναίκα ωμίλησεν, απάντησέ του κ' είπε• «και αυτό θα γείνη, αν θέλετε να μου ορκισθήτε, ω ναύταις. 435 άβλαπτην να με φέρετε οπίσω ς' την πατρίδα».

Έβγαινε ο Άρειος από το Παλάτι χαρά χαρούμενος και καμαρώνοντας που είχε πια τη Βασιλική προστασία. Της Πρόνοιας όμως την προστασία δε φαίνεται να την είχε. Εκεί που διάβαινε από τους δρόμους της Πρωτεύουσας με μεγάλη παράταξη, τούρχεται φυσική ανάγκη και μπαίνει σε κατάλληλο μέρος. Κι όντας εκεί έσκασε κι απόμεινε ξερός. Φώναξε τότες ο όχλος πως είταν η θεία δίκη.

Τούτη μου την κόμη την ποιητική από τώρα δίνω για κληρονομιά εις τον Λεονάρδο και εις τον Ψιακή . . . δεν θα 'βρούν βαμμένη ούτε τρίχα μια. Τέλος το κεφάλι το ποιητικό 'στους κρανιοσκόπους μποναμάς ας μένη, να το ψάχνουν μέσα κι' έξω με φακό, για' να 'βρούν ποια βίδα είναι χαλασμένη. Μες 'στο Παλάτι γίνεται χορός, κι' εγώ απ' έξω στέκομαι φρουρός.