Δεν θα μείνω ούτε εδώ, ούτε εις του Βινικίου· ποτέ! Η Ακτή εξεπλάγη από την αντίστασιν ταύτην. — Ώστε, ηρώτησε, τον αποστρέφεσαι τόσον, τον μισείς; Αλλ' η Λίγεια δεν ηδυνήθη ν' απαντήση καταληφθείσα και πάλιν υπό λυγμών. Η Ακτή την είλκυσε προς το στήθος της και προσεπάθησε να την καταπραΰνη. Ο Ούρσος ανέπνεε θορυβωδώς και έσφιγγε τας πυγμάς.

την ξενιτειάν η δούλαις θ' αναπαίζαν, 370 ότ' επατούσ' ο άμοιρος ς' τα σπίτια των μεγάλων, ως αναπαίζουν τώρα σέ τούταις η σκύλαις όλαις. των μιαρών τους υβρισμούς μισείς και να σε νίψουν δεν στέργεις, ώστ' επρόσταξεν εμέ, 'που πρόθυμ' είμαι, η Πηνελόπ' η φρόνιμη του Ικαρίου κόρη. 375 τα πόδια θα σου νίψω εγώ χάριν της Πηνελόπης και χάριν σου, ότι ξύπνησαντα βάθη της ψυχής μου πόνοι πολλοί· και πρόσεχεαυτό που θα προφέρω· πολλ' ήλθαν ήδη ξένοι εδώ ταλαίπωροι, αλλ' ακόμη άνδρα δεν είδα εγώ ποτέ να ομοιάζη του Οδυσσέα, 380 ως εις το σώμα, 'ς την φωνή, 'ς τα πόδια, συ του ομοιάζεις».

Επειδή δε ωμίλησες και περί κολακείας και είπες ότι μισείς τους κόλακας, σε επαινώ και διά τούτο, δεν ηδυνάμην όμως να πράξω άλλως. Πρέπει δε να διακρίνωμεν και να καθορίσωμεν το έργον του επαινούντος και την υπερβολήν του κόλακος.

ΜΙΡ. Κάθησε, και ωστόσο εγώ φέρνω τα γογγύλια σου· παρακαλώ σε, δόσ' μου το αυτό· εγώ σου το φέρνω στη θιμωνιά. ΦΕΡΔΙΝ. Όχι, πολύτιμο πλάσμα· καλύτερα να κοπούν τα νεύρα μου, ν' ανοιχθούν η πλάτες μου, παρά να υποφέρης εσύ παρόμοιαν ατιμία, κ' εγώ να κάθωμαι οκνός να σε κυττάζω. ΜΙΡ. Μου πρέπει όσο σου πρέπει· κ' εγώ θα το έκανα πολύ ευκολώτερα, γιατί εγώ το καλοθέλω, κ' εσύ το μισείς.

Κάλια μαζί μου να μισείς όπιον μισεί κι' εμένα. 615 Το τι είπα οι φίλοι εδώ ας του πουν· και κάλια εσύ να μείνεις 617 μ' εμάς εδώ να κοιμηθείς, κι' η χαραβγή σα φέξει, τα λέμε, εδώ αν θα μείνουμε ή πρέπει να τραβάμεΈτσι είπε, κι' έγνεψε άφωνα στον Πάτροκλο να στρώσει 620 του γέρου στρώμα αφρόμαλλο, για να σκεφτούνε οι άλλοι να παν μιαν ώρα αρχύτερα οχ την καλύβα πίσω.

Αλλ' η αγάπη του πλησίον δεν συνίσταται μόνον εις το « ο συ μισείς, ετέρω μη ποιήσης » δηλαδή εις το να μη πράττωμεν προς τους άλλους ό,τι δεν θέλομεν οι άλλοι να πράττωσι προς ημάς· διά να ήναι πλήρης και αληθής η προς τον πλησίον αγάπη, απαιτείται προσέτι και να πράττωμεν προς τους άλλους παν ό,τι θέλομεν να πράττωσιν οι άλλοι προς ημάς. « Καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, ούτω και υμείς ποιείτε αυτοίς » είπεν ο Ιησούς.

Ότι δε δεν ήτο μικρά η ευεργεσία την οποίαν σου έκαμα, φαίνεται και εξ εκείνων τα οποία μου κατηγορείς. Αφού με μισείς διότι δεν θεραπεύω την γυναίκα σου, η οποία ευρίσκεται εις τα έσχατα και πάσχει δεινώς, έπρεπε μάλλον να με υπεραγαπάς διότι από ομοίαν δυστυχίαν σε έσωσα και να μου γνωρίζης χάριν διά την τοιαύτην ευεργεσίαν.

Αφού λοιπόν τοιαύτα λέγει ο Όμηρος, τον μισείς και απορρίπτεις το βιβλίον του ή του επιτρέπεις να ελευθεριάζη εις τους επαίνους;

Δεν πρέπει όμως να του αποδώση κανείς κακή θέλησι σ' ό,τι κακό μπορεί να σου κάνη. Με την πλέον καλή θέλησι σ' εξαποστέλλει στον άλλον κόσμο, απαράλλακτα όπως θα έστελνε την γυναίκα του και τα παιδιά του και εν ανάγκη και τον εαυτό του. ΑΡΓΓΑΝ Αυτά τα λες, αδελφέ μου, γιατί τον μισείς! Ας έρθωμε επί τέλους στα πράγματα. Τι πρέπει να κάνη κανείς όταν είνε άρρωστος; ΒΕΡΑΛΔΟΣ Τίποτα, αδελφέ μου.

Επειδής ο πλησίος, ο γείτονάς σου, είνε αδελφός, με το να έχη ένα πατέρα, τον Θεόν, και μία μάννα, την γης, ήγουν θα πη πως είνε σαν αδερφός σου, σωστός αδερφός σου. Και τι λέγει πάλιν; Ό συ μισείς ετέρων μη ποιήσεις. Εταίρος, μου έλεγε ο Λογιώτατος ο γυιος μου, εταίρος θα 'πη σύντροφος, φίλος.