ΕΤΕΟΚΛΗΣ Εσάς ρωτώ, γέννες που δεν τραβιέστε, πήτε είναι πράματ’ αυτά που να ωφελούν την πόλη και στον πυργοζωσμένο αυτό στρατό μας θάρρος, πεσμένες μπρος στ’ αγάλματα των πολιούχων να ξεφωνίζετε και να χουγιάζετ’ έτσι, πράματα που τα εχθρεύονται όσοι έχουν γνώση; Ούτε στις συμφορές ούτε στην ευτυχία μου θα ’θελα να ’χα σύντροφο ποτέ γυναίκα° γιατί σαν ευτυχεί ανοικονόμητ’ είναι η αποκοτιά της° και σαν πάρει πάλι φόβο πιότερο ’ναι κακό στο σπίτι και στην πόλη.

Ο Δημητράκης τον κύτταξε με απελπισία. — Λόγια σοφά και καλοβαλμένα, το ξέρω· είπε κουνώντας το κεφάλι· μα δε μας ωφελούν τίποτα. — Με τούτα έγιναν μεγάλοι εκείνοι. — Εγώ πιστεύω το αντίθετο· ήταν μεγάλοι και γι' αυτό είπαν τέτοια λόγια. — Όχι δα, όχι δα! τον έκοψε ο Περαχώρας. — Δεν είν' έτσι, κύριε καθηγητά; είπε ο Δημητράκης γυρίζοντας σ' εκείνον· παράδοξο! να μην το βλέπετε και σεις!

Εκτός τούτου έχει διαφοράν και η καθόλου πρότασις, διότι άλλοτε μεν αναφέρεται εις το πρόσωπον, άλλοτε δε εις το πράγμα. Λόγου χάριν ότι «εις κάθε άνθρωπον ωφελούν τα στεγνά», και ότι πάλιν «τοιούτος είναι ο άνθρωπος», ή ότι «στεγνόν είναι το τοιούτον ή τοιούτον». Αν όμως τούτο εδώ είναι τοιούτον, πιθανόν να μη το γνωρίζη ή να μη το χρησιμοποιή.

Σωκράτης Σκέψου· πότε νομίζεις ότι έκαστον απ' αυτά μας ωφελεί και πότε μας βλάπτει; Όταν βέβαια γίνεται ορθή χρήσις μας ωφελούν, όταν δε όχι μας βλάπτουν; Μένων Βεβαιότατα. Σωκράτης Ακόμη δε και όσα αναφέρονται εις την ψυχήν ας σκεφθώμεν· δεν είναι η σωφροσύνη και δικαιοσύνη και ανδρεία και ευμάθεια και μνήμη και μεγαλοπρέπεια και όλα τα τοιαύτα; Μένων Βέβαια. Μένων Ναι. Μένων Βεβαιότατα.

Παντού τείχη γκρεμισμένα, χωριά δίχως κατοίκους, χωράφιαωργωμένα από τη φωτιά, — και τάλογά τους πατούσαν στάχτες και κάρβουνα. Στον έρημο κάμπο, σκέφτηκε ο Τριστάνος: «Είμαι βαρυεστημένος κ' είμαι αποσταμένος. Τι ωφελούν αυτές η περιπέτειες; Η αγαπημένη μου είναι μακρυά, ποτέ δε θα την ξαναϊδώ. Δυο χρόνια τώρα, πώς δεν έστειλε να με γυρέψη στης χώρες που γύριζα; Ούτε μια είδησί της δεν έλαβα.

Τέρας, που τ' όνομά σου δεν 'μπορεί να 'πή ανθρώπου γλώσσα! ΜΑΚΒΕΘ Χαμένος είν' ο κόπος σου. Όσον 'μπορεί να βλάψη το κοπτερόν σου το σπαθί τον άυλον αέρα, τόσον του είναι δυνατόν κ' εμέ να αιματώση. Τρωτά κεφάλια να κτυπάς! Έχ' η ζωή μου μάγια, και δεν φοβάται άνθρωπον γυναικογεννημένον. ΜΑΚΔΩΦ Δεν ωφελούν τα μάγια σου!

Ενώ συνέβαινον αυτά, Φίλων, εγώ έκανα διαφόρους σκέψεις, αλλά κυρίως εσκεπτόμην ότι ουδέν ωφελούν αι γνώσεις, όταν τις δεν ρυθμίζη και τον βίον του προς το καλόν• ούτω δε εκείνοι, ενώ ήσαν τόσον σοφοί εις τους λόγους, εις τα πράγματα εγίνοντο τόσον γελοίοι.

Εις τούτο συνετέλει ίσως και η έμφυτος ευθύτης και αφέλεια του χαρακτήρος του. Μη δυνάμενος να υποκριθή ή να υποκρύψη αυτός, επίστευεν ευκόλως ό,τι και οι άλλοι έλεγον. Ήτο παροιμιώδης η ευκολία, με την οποίαν εγίνετο θύμα των φίλων του καθ' εκάστην πρώτην Απριλίου. Προητοιμάζετο ο άνθρωπος από την παραμονήν, αλλ' αι προφυλάξεις δεν ωφέλουν.

Οι υπηρέτες τρέχουνε στο δωμάτιο όπου με αυστηρή επίβλεψι φυλάνε τους αγαπητικούς. Τραβάνε τον Τριστάνο από τα σκοινιά. Καλέ Θεέ! τι χυδαιότης να τόνε δέσουν έτσι. Κλαίει για την προσβολή, μα τι ωφελούν τα δάκρυα; Αισχρά τον πέρνουν και τον πάνε. Και η Βασίλισσα, σχεδόν τρελλή από αγωνία, φωνάζει: «Αν μπορούσα να σκοτωθώ, φίλε, για να σωθής, τι μεγάλη χαρά

Η ιδιοτελής γραία απήντησεν ότι «τα όσα έδωσεν, είναι καλώς δοσμένα, και είναι αρκετά». Τότε η ανδραδέλφη έβαλε στα λόγια τον αδελφόν της· ούτος παρεπονέθη εις την νεόνυμφον, εκείνη δε του απήντησεν «Αν αγροικούσε το συφέρο του, δεν θα εδέχετο να του γράψουν σπίτι στο Κάστρο, όπου μόνον τα Στοιχειά κατοικούν· και τι τον ωφελούν τα σινδόνια και τα 'ποκάμισα, αφού δεν ήτον ικανός να πάρη σπίτι κι' αμπέλι κ' εληώνα;».