Vietnam or Thailand ? Vote for the TOP Country of the Week !
Ενημερώθηκε: 19 Οκτωβρίου 2025
Και δεν θα παύσουν, φαίνεται, έως ότου με φέρουν εις έχθραν και διάστασιν προς τούτον τον αδελφόν μου• δεν νομίζουν, φαίνεται, αρκετά όσα έχουν είπη και περί αυτού, ότι είνε λίθος και μύδρος διάπυρος.
Τότε η κάκω η Μήτραινα την έβγαλε από τη φωτιά, την απόθεκε ψηλά στο πεζούλι της στιας, κι' ύστερα έκανε το σταυρό της μπροστά στο εικόνισμα, παρακαλώντας την Κυρά την Παναγιά και τον Άη — Γιάννη να της φέρουν το παιδί της γερό και καλά από τα Ξένα, πήρε την τσέργα της, χάλασε και σκέπασε τη φωτιά, έσβησε το λυχνάρι, και πλάγιασε ψηλά στην πρόκοβα της τη νυφιάτικη, για να κοιμηθή, γιατί είταν περασμένη η ώρα.
Και ο μεν θάνατος δεν είναι το τελευταιον, τα δε πιστευόμενα βασανιστήρια τούτων εις τον Άδην είναι από τον θάνατον χειρότερα, αλλά, αν και λέγουν την αλήθειαν, δεν φέρουν κανέν εμπόδιον εις τας τοιαύτας ψυχάς. Διότι τότε ποτέ δεν θα υπήρχαν μητροκτόνοι ούτε ασεβείς εκτελέσεις κτυπημάτων εναντίον των άλλων γονέων.
Ο αναΐππης αφού με επαράδωσεν εις τας χείρας του τζελάτη και των ανθρώπων του, διά να με φέρουν εις τον τόπον της καταδίκης, επήγεν εις τον Σουλτάνον διά να τον ερωτήση τι θάνατον επιθυμούσε να μου δώσουν.
Και δε θωρρείς, μωρέ μπουντάλακα, πως από 'δα δεν τηνε θέλει κιανείς και θαπομείνη στο ράφι; θα γεράση απάντρευτη. Μα είδες εσύ, μωρέ, άντρα κιανένα να πάρη γυναίκα μεγαλείτερή του; Κεσύ λες πως αγαπάς μια γεροντοκόρη, απού σε περνά δέκα πέντε χρόνους κοντά. Αυτά τα λόγια, αντί να φέρουν το αποτέλεσμα πούθελε η μητέρα μου, έφεραν μάλλον το ανάποδο.
'Σ εκείνον ο πολύγνωμος απάντησε Οδυσσέας· 330 «Και πρώτα ιδέ το λάβωμα συ με τους οφθαλμούς σου, 'που μώκαμε 'ς τον Παρνασό με λευκό δόντι χοίρος, και συ, πατέρα, μ' έστειλες κ' η σεβαστή μητέρα εις τον Αυτόλυκον, καλόν πατέρα της μητρός μου, να λάβω τα χαρίσματα, 'που μου 'χε τάξει ότ' ήλθε. 335 τώρα τα δένδρα θα σου ειπώ μες το καλό κηπάρι, όσ' άλλοτε μου χάρισες κ' εγώ σου τα ζητούσα, μικρό παιδί κατόπι σου 'ς τον κήπο· κ' ένα ένα, ανάμεσα ως διαβαίναμε, τα ονόματά τους είπες. τότε απιδιαίς δέκα και τρεις, δέκα μηλιαίς ακόμη, 340 συκαίς σαράντα μου 'δωκες· και, χάρισμά μου πάλι, πεντήκοντα μου ωνόμασες αράδαις, πολυτρύγων κλημάτων, και παντοειδή σταφύλια φέρουν όλαις, αν ζωογόναις άνωθε ταις ώραις στείλη ο Δίας».
Διότι η μεν αρετή ευρίσκει ορθώς τον σκοπόν, η δε φρόνησις τα μέσα τα οποία φέρουν εις τον σκοπόν. Του δε τετάρτου μέρους της ψυχής, δηλαδή του θρεπτικού, δεν υπάρχει τοιαύτη αρετή. Διότι τίποτε δεν εξαρτάται από αυτό να εκτελεσθή ή όχι, ότι όμως δεν γινόμεθα διόλου εκτελεστικώτεροι εις τα καλά και δίκαια από την φρόνησιν πρέπει να αρχίσωμεν ολίγα από τα ανώτερα, αφού λάβωμεν τούτο ως αρχήν.
— Ο Σκεντέρμπεης τότες μπροστά 'ςτά μάτια του αποστολάτορα του Μουχαμέτη κάλεσε να του φέρουν έν' άλογο, χούφτιασε το σπαθί κι αφού τ' ανέμισε και το 'παιξε λίγο, το κατέβασε σαν αστραπή 'στό λαιμό του ζώου και το χώρισε με μιας. Και του είπε του αποστολάτορα: «Σύρε τώρα και ειπέ του Σουλτάνου σου, πως αν είχε μπροστά του το απλό κι' ασήμαντο τούτο σπαθί, δεν είχεν όμως εκεί και το χέρι μου».
Σαν ήρθε η ώρα των αυλών και του πιοτού, ο γέρος είπε να πάρουν τα μικρά, τα πειό τρανά να φέρουν απ' τα ποτήρια του κρασιού, πειο γρήγορα να φθάσουν στου μεθυσιού την ηδονή• έφεραν τότε πλήθος από φιάλες αργυρές κι' από χρυσές• κ' εκείνος παίρνοντας την πειο όμορφη, τάχα πως χάρι κάνει στο νέο τον αφέντη του, γεμάτη του τη δίνει, βάζοντας μέσα στο κρασί και δυνατό φαρμάκι, που, καθώς λένε, του 'δωκε να ρίξη η κυρά του, που το παιδί ν' αφανισθή από το φως της μέρας.
Πώς ήσαν ευτυχείς οι άνθρωποι αυτοί, οίτινες ευθύς αμέσως, εκ νεαράς ηλικίας, ωσάν από θείαν έμπνευσιν, είχον αισθανθή ποίον ήτο το καλλίτερον το οποίον ημπορούσαν να κάμουν — το να μη φέρουν δηλαδή άλλους εις τον κόσμον δυστυχείς! . . . και μετά τούτο, όλα ήσαν δεύτερα.
Λέξη Της Ημέρας
Άλλοι Ψάχνουν