ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ Εγέννησεν αρσενικό παιδί, και μη φοβάσαι. ΒΛΕΠΥΡΟΣ Ποιός; η Βουλή; ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ Όχι, καλέ• η φίλη μου που εγέννα. Μα η Βουλή μαζώχθηκε; ΒΛΕΠΥΡΟΣ Δεν στάχω ειπωμένα από τα χθες; ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ Θυμάμαι, ναι. ΒΛΕΠΥΡΟΣ Δεν έφθασε ως ταυτιά σου μία είδησις; ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ Μα το Θεό, δεν ξέρω. . . ΒΛΕΠΥΡΟΣ Άιντε χάσου και κάτσε μάσσαγε σουπιές, που ξέρεις τι σου γίνεται.

Κι' όταν γίνουν όλα ίσα και δοθούν από κοινούεμάς, πώχουμε το νου, θα φυλάμε με τα δόντια τον παρά μέσ' στα ταμεία, και τον άνδρα της θα βγάζη στη βοσκή η κάθε μία. ΒΛΕΠΥΡΟΣ Μα καλά, κι' όποιος δεν έχει φανερά λοιπόν χωράφι, πώς θα ξέρουμε αν έχει φυλαγμένο το χρυσάφι; ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ θα το φέρη να το δώση, ειδεμή θα ψευδορκήση. ΒΛΕΠΥΡΟΣ Μπα! κι' από της ψευδορκίες μη δεν το 'χει αποκτήση;

Μωρέ δεν άκουσες τι λεν; σε σας η πόλις δίνεται. ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ Για να υφαίνουμε; ΒΛΕΠΥΡΟΣ Τι λες;! Σας κάνουν αρχοντίνας. . . ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ Σε ποιους; ΒΛΕΠΥΡΟΣόλα τα πράματα εν γένει της Αθήνας. ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ Ώ, μα την Αφροδίτη μας! χαρά λοιπόν στην πόλι. ΒΛΕΠΥΡΟΣ Γιατί, γιατί; ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ Για χίλια δυο. Δεν θα τολμάνε όλοι. να φτιάνουνε βρωμοδουλειές, ούτε συκοφαντίες και ψευδομαρτυρίες.

ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ Τι τα θέλει να τα ξέρη; όλ' οι νέοι πέρα-πέρα κάθε μεγαλήτερό τους θα τον λένε και πατέρα. ΒΛΕΠΥΡΟΣ Κ' επειδή δεν θα γνωρίζουν τους πατέρας τους και πάλι, κάθε γέρο θα τον πνίγουν με ευγένεια μεγάλη, αφού γι' άλλο δεν φροντίζει κάθε γυιόςαυτήν τη χώρα παρά μόνο πως να πνίγη τον πατέρα του και τώρα.

Δεν έπρεπε να βάλης συ τα ρούχα τα δικά σου; πως τα δικά μου φόρεσες και μ' άφησες φουστάνια, και μ' άφησες σαν το νεκρό, που μόνο τα στεφάνια και τα σταμνιά του λείπανε; ΒΛΕΠΥΡΟΣ Αλλά και η αρβύλες μου μαζύ σου ταξιδέψανε και το ραβδί. ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ Μα και γι' αυτό τα ρούχα δεν μου κλέψανε, γιατ' έσερνα, καθώς εσύ, στο χώμα τα ποδάρια, ενώ με τη μαγκούρα σου κτυπούσα τα λιθάρια.

ΒΛΕΠΥΡΟΣ Κι' ούτινος δεν πέση πάλι ένα γράμμα για να φάη, θα τον διώχνουνε οι άλλοι; ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ Αυτό ποτέ δεν θα γένη σε τέτοια κοινωνία, καιόλους θα προσφέρωμε τα πάντα μ' αφθονία.

Τώρα στην πόρτα κάθισε του λόγου σου και φύλα; και πάρε δίφορης συκιάς και ξερομάσσα φύλλα!». Για πες μου τώρα όλ' αυτά σ' αρέσουν; ΒΛΕΠΥΡΟΣ Μια χαρά!

Βλέπεις ότι η γυναίκες είχανε το νου ακόμη νάχουν και γι' αυτό μια γνώμη, και προτήτερα σκεφθήκαν, να μη μείνη, όπως είπα, δίχως βούλωμα μια τρύπα. ΒΛΕΠΥΡΟΣ Έ, και των ανδρών η τρύπα τότε πειά τι θ' απογίνη, που θα τρέχουνε κ' εκείνοι με τους ώμορφους να μείνουν, και τους άσχημους ν' αφίνουν;

ΒΛΕΠΥΡΟΣ Και της Λακωνικές μου αυτές, μα τον Διόνυσο, της έχασα κ' εγώ, Μα μ' έσφιξε το χέσιμο, που λες, και δεν αργώ, κ' έβαλ' αυτό το τσόκαρο, μη χάσω τον καιρό και χέσω μεσ' στο πάπλωμα, που ήταν καθαρό. ΑΝΗΡ Τι να συμβαίνη τάχατες; μήπως καμμιά της φίλη για δείπνο καμμιά πρόσκλησι κρυφά της είχε στείλη; ΒΛΕΠΥΡΟΣ Μπορεί κι' αυτό• δεν είν' κακές κι' αυτές η κακομοίρες•

ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ Καλά• τώρα λοιπόν κ' εγώ τραβώ στην αγορά, και μια γερή ντελάλαινα καλόφωνη θα βρω, να πάρ' όσον θα φέρουνε οι άλλοι θησαυρό. γιατί εμέ εκλέξανε αρχόντισσαν οι άλλοι, και πρέπει με ταχύτητα να γίνουνε μεγάλη• να φτιάσω τα συσσίτια, και ναν' ημέρα πρώτη η σημερνή, που να γένη το πρώτο φαγοπότι! ΒΛΕΠΥΡΟΣ Θα τρώμε από σήμερα; ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ Σου τώπα πως θα γίνη.