Έχω όμως τόση βεβαιότητα στην πίστη μου, ώστε χαμογελώ μέσα μου όταν την ακούω να μιλή για το θάνατο. Μπορώ να την ακούω να λέη πως ποθεί να φύγη και μπορώ να αιστάνουμαι το χάδεμά της, άμα με παρακαλεί να τη συχωρέσω. Τότε απολαβαίνω το χάδεμα και λησμονώ τα λόγια της. Έχω μια μεγάλη, απέραντη βεβαιότητα πως η νίκη είναι τελειωτικά δική μου κι όχι εκείνου, που κοιμάται στη γις.

Συλλογίστηκα συχνά, έλεγε, πως υπάρχουν άνθρωποι, που τους χρειάζεται να πιστεύουνε σε κάτι, και πως τους αδικεί κανείς όταν τους παίρνει την πίστη τους. Είμαι ευτυχισμένη και πιστεύω ό,τι πιστεύεις και συ. Δε θέλω να κάνω τίποτε που δε σου αρέσει, ούτε να πιστεύω κάτι που δεν το ξέρεις. Μα δεν μπορώ να μην πιστεύω στο θεό. Σου κακοφαίνεται πολύ γι' αυτό;

Καθ' όλην την νύκτα ο Δημήτρης έφευγε διαπερών λάκκους, γεφύρας, τάφρους, ρευματιές, ό,τι εύρισκε προ αυτού, μετά σπουδής. Ο νους του ήτο ένας κυκεών, πιστή εικών μιας θυέλλης εν τη οποία μετά δαιμονίου ταχύτητος όλα ανακατεύονται, σύννεφα σκοτεινόχροα και άνεμοι λυσσαλέοι και νερά και φύλλα και ξύλα και κόνις, χωρίς ουδέν εξ αυτών να δύναται να χωρισθή και ν' αποτελέση μίαν ιδικήν του εντύπωσιν.

Στον δεύτερο, τον «Αξίοχο», γίνεται επισκόπηση της εσώτερης πίστης που έχει ο άνθρωπος για την ψυχή και η πίστη τούτη προβάλλεται έμμεσα σαν εκμηδένιση του φόβου του θανάτου. Στην «Αλυόνα», ποιητικά και με κάποιον μυστικισμό, ερμηνεύεται η μεταμορφωτική δύναμη της ύλης της φύσεως. Η μετάφραση έγινε από τον Γ. Μάνεση.

Δεν υπάρχει, τη πίστη του, Θεός και για μας;!... — Γιαβίς-γιαβάς, ουρέ βλαμηδέσιμ! Με του κουλάι, ουρέ τα παληκάρια μ', και θανάρθη κ' η γεδική σ' αράδα! έλεγε απόξω να τους σκάζη, να τους πλαντάζη ο Βλαχογιώργος.

Αφού το αποτελείωσε με μαγικές τέχνες, τώκλεισε μέσα σ' ένα μπουκαλάκι και είπε κρυφά στη Βραγγίνα. — Κόρη, θακολουθήσης την Ιζόλδη στη χώρα του Βασιληά Μάρκου, και θα την αγαπάς με πιστή αγάπη. Πάρε λοιπόν αυτό το μπουκαλάκι με το κρασί και κράτα καλά τα λόγια μου. Κρύφ' το με τέτοιον τρόπο ώστε κανένα μάτι να μη το ιδή και κανένα χείλι να μη τ' αγγίση.

ΧΟΡΟΣ Μα οι στεναγμοί νεκρό δεν ανασταίνουν. ΧΟΡΟΣ Είναι πολύ σκληρόν να μην ξαναντικρύσης μίας γυναίκας πρόσωπον που τόσον αγαπούσες. ΑΔΜΗΤΟΣ Μου εθύμισες τον πόνο που ξεσχίζει την καρδιά μου. Δεν είναι άλλη συμφορά στον κόσμο πιο μεγάλη παρά να χάση την πιστή γυναίκα του. Στο σπίτι γυναίκα μου καλλίτερα να μην την είχα φέρει. Ζηλεύω τους ανθρώπους που δεν έχουνε γυναίκα ούτε παιδιά.

Τους γνέφει, και ζυγώνουν τα δυο ταξαδέρφια. — Πανάγο, λέει τότες ο σεβάσμιος ο γέρος, Πανάγο, που ο πατέρας σου έπεσε σ' αυτά τα χώματα για Πίστη και για Πατρίδα, και που τα κόκκαλά του αναπαύουνται σ' αυτή την περιοχή σωριασμένα.

Ό,τι λοιπό βγήκε το συνηθισμένο το γλυκό κι ο καφές, να κι ο νοικοκύρης ο Γιάνης και μπαίνει, και μας καλωσορίζει κι αυτός. Αποθέτει το τουφέκι, καθίζει, αρχινάει η κουβέντα. Με μάγεψε μα την αλήθεια αυτός ο άνθρωπος, που καθώς είπα, είνε της Κρητικής της ομορφιάς και της λεβεντιάς εικόνα πιστή. Ο μαυριδερός μου ο Γιάνης, ο λιγόλογος, ο αρχοντικός.

Ο Ορέστης υπό των Αργείων καταδικάζεται εις θάνατον, ο δε θείος του Μενέλαος εκ δειλίας τον εγκαταλείπει. Εξαγριούμενος εκείνος θέλει να φονεύσει την σύζυγον του Μενελάου, και την θυγατέρα των Ερμιόνην. Αλλά διά του από μηχανής θεού μεταπείθεται και νυμφεύεται την Ερμιόνην. Δρ. 1.50 Η μετάφρασις φιλολογικώς πιστή και έμμετρος υπό του κ. Η. Βουτιερίδου. Ρήσος.