Αλλά το προ πάντων διακρίνον την κοίτην εκείνην από πάσαν άλλην είνε, ότι ουδείς ουδέποτε ούτε νύκτα ούτε ημέραν επ'αυτής ανεπαύθη.

Καταλιπών την οικίαν του Καίσαρος, ο Πετρώνιος μετέβη εις την εν Καρίναις οικίαν του, ήτις, χάρις εις τον κήπον τον περικυκλούντα τους τοίχους εκ των τριών πλευρών και χάρις εις την απέναντι αυτής Καικιλιανήν Αγοράν είχε διαφύγει την πυρκαϊάν. Έλαβεν αμέσως λουτρόν και κατόπιν ανεπαύθη συλλογιζόμενος τα συμβάντα μεταξύ Καίσαρος, Τιγγελίνου και αυτού.

Αφού ανεπαύθη επ' ολίγας στιγμάς ο Τρέκλας, εσηκώθη και είπε προς τον Θεόδωρον·Ειξεύρεις διατί ήλθα; Τα ψεύδη του Τρέκλα. Ο Θεόδωρος τον εθεώρησε μετ' απορίας και απήντησε·Πώς θέλεις να ειξεύρω διατί ήλθες; — Μήπως έμαθες τίποτε; — Τι να μάθω; — Επειδή εγώ δεν είμαι τόσον γρήγορος εις τον δρόμον... — Έλα δα!

Τέλος επετάχυναν την κηδείαν, εκ φόβου μήπως αρχίση η αποσύνθεσις και προχωρήση πολύ. Η κυρία ανεπαύθη εις τον οικογενειακόν τάφον και έμεινεν εκεί επί τρία συνεχή έτη. Μετά τούτο εδέησε ν' ανοίξουν πάλιν τον τάφον διά να υποδεχθή ένα φέρετρον, αλλ' αλλοίμονον, ποίον θλιβερόν, τρομακτικόν θέαμα ανέμενε τον σύζυγον, όταν επήγε μόνος ν' ανοίξη τον τάφον!

Έβλεπε τα γιγάντεια δένδρα του κήπου, υπό την σκιάν των οποίων τόσας φοράς μετά της Μάρως ανεπαύθη, την λίμνην, το δάσος. . . Δεκαέξ χρόνοι, όλοι κι' όλοι, παρήρχοντο έμπροσθεν του, φαιδροί άλλοτε, πένθιμοι τόρα, ως νεκροί προσφιλείς εντός των σαββάνων των. Και όμως όλα αυτά αναγκάζετο να τα αφήση, να ρίψη μακράν τα καλλίτερά του χρόνια, και να πάγη ποιός ξεύρει εις ποίον τόπον!

Αφού ανεπαύθη ολίγον, ηγέρθη και βεβαιωθείς ότι δεν έχασε το μαρσίπιον, το οποίον είχε λάβει από τον Βινίκιον, διηυθύνθη με βήμα βραδύτερον προς τον ποταμόν. Εσκέπτετο τι απέγεινεν ο Βινίκιος. Είχεν ιδεί τον Λιγειέα να φέρη προς τον ποταμόν το σώμα του Κρότωνος· αλλά τίποτε περισσότερον.

Πάντες ηγίαζον την ημέραν του Σαββάτου, επειδή όμως δεν είναι ακριβώς γνωστόν κατά ποίαν ημέραν τελειώσας ο θεός τον κόσμον ανεπαύθη , φοβούμενοι μη υποπέσωσιν εις τι λάθος, έμενον αργοί ολόκληρον την εβδομάδα.

Ύστερον ενεδύθη άλλα φορέματα και προς το εσπέρας της ημέρας μετά το δείπνον ανεπαύθη εις την κλίνην ήσυχος όλην την νύκτα· την δε αυγήν στοχαζόμενος τον εαυτόν του υγιή έκραξε τους άρχοντας του παλατίου του, και εις όλους έδειξε την θαυμασίαν ιατρείαν που έλαβεν, οι οποίοι με μεγάλην αγαλλίασιν τον εσυγχάρηκαν, και επαίνεσαν όλοι κοινώς την εμπειρότητα του ιατρού.

Και από την μεγάλην μου θλίψιν έπεσα εις μεγάλην αρρώστιαν και δεν ημπορώ να καταλάβω πώς ημπόρεσα να ελευθερωθώ από αυτήν εις καιρόν που ευρίσκετο το πνεύμα μου εις μίαν κατάστασιν, που δεν ημπορούσε να ενεργήση εις ιάτρευσίν μου· και με όλον που η υγεία μου εμεταγύρισε, δεν ανεπαύθη δι' αυτό η καρδιά μου· ήτον πάντα ο νους μου βυθισμένος εις την ωραίαν Ρετζίαν, την εφανταζόμην διά παντός εις τας αγκάλας του ευτυχισμένου ανδρός της, και εκείνη η σκληρά δεν με άφινε ποτέ να λάβω άνεσιν.

Μόλις ανεπαύθη ολίγον και αμέσως επροσκάλεσε κατ' ιδίαν μόνον τους αρχηγούς των υπ' αυτώ διαφόρων σωμάτων διά να τους κοινοποιήση το σχέδιον, το οποίον είχε κατά νουν να βάλη εις ενέργειαν. Και διά να μην λάβη τινά αντίκρουσιν, εφρόντισεν αφ' ενός μεν μέρους να ενσπείρη ελπίδας τινάς πληρωμής και αμοιβής των αγώνων των, αφ' ετέρου δε να κολακεύση την φιλοτιμίαν των.