Ο μικρός μάγκας είχεν ακούσει πολύ συχνά από παιδία μεγαλείτερα απ' αυτόν παμπόλλας διηγήσεις περί φαντασμάτων, το οποία έβγαιναν τακτικά την νύκτα εις το παλαιόν έρημον χωρίον, εν μέσω τόσων ερειπίων, επάνω εις τον βράχον τον υψηλόν, τον με θαλασσωμένα τα σκέλη γίγαντα, όπου η ηχώ των κυμάτων, το οποία εχόρευε μαινόμενος ο βορράς νύκτα και ημέραν, αντήχει εις τα καθίσματα των βράχων, κάτω, εις τα άντρα τα θαλάσσια.

O δε Καμβύσης είπεν ότι έχαιρε μεν διά την σωτηρίαν του, αλλ' ότι εκείνοι οίτινες ανέλαβον να τον σώσωσι δεν έπρεπε να μείνωσιν ατιμώρητοι και ότι θα θανατωθώσι. Τούτο και έπραξε. Πολλά λοιπόν τοιαύτα έπραττε κατά των Περσών και των συμμάχων ο μαινόμενος Καμβύσης. Ενόσω διέμενεν εις την Μέμφιν, ήνοιγεν αρχαίους τάφους και παρετήρει τους νεκρούς.

Δεν ήρχετο δε διότι, κατά κακήν τύχην και ωσάν να μη ήρκουν τα άλλα, ηγέρθη αίφνης σφοδρότατος άνεμος και εβόυζε μαινόμενος περί τους τοίχους της οικίας, και εσύριζε σείων τα κλειστά παραθυρόφυλλα. Ενίοτε μου εφαίνετο ότι κλονείται η οικία ολόκληρος και η κλίνη μου συγχρόνως. Ελυπούμην τον δυστυχή Νίκον αναλογιζόμενος οποίαν εντύπωσιν θα προξενή εις αυτόν η βοή της τρικυμίας.

Αλλά ο Charles Reade, ένας καλλιτέχνης, ένας μελετητής, ένας άνθρωπος με αληθινόν αίσθημα του ωραίου, μαινόμενος και ουρλιάζων για τις καταχρήσεις της σύγχρονης ζωής σαν ένας κοινός λιβελλογράφος ή αισθηματίας δημοσιογράφος, είναι πράγματι ένα θέαμα για να το θρηνούν οι άγγελοι. Πίστεψέ με, αγαπητέ μου Κύριλλε, ότι ο νεωτερισμός στο θέμα είναι κάτι εντελώς και απολύτως στραβό.

Ο λαός ως μαινόμενος εζήτει χάριν και έκραζεν: «αρκεί το αίμα πλέον, αρκούν τόσοι νεκροί, τόσα βασανιστήρια». Φωναί πνιγόμεναι από λυγμούς εζήτησαν χάριν και διά τους δύο. Αίφνης ο Βινίκιος ανεπήδησεν από της έδρας του, υπερέβη τον φραγμόν του γύρου, ώρμησε προς την Λίγειαν και εκάλυψε διά της τηβέννου του το γυμνόν σώμα της μνηστής του.

Ηρακλής μαινόμενος: Το ωραίο αυτό δράμα του μεγάλου τραγικού, αναφέρεται στον Ηρακλή, που, ελευθερώνοντας τα παιδιά του, κυριεύεται ύστερα από μανία και τα σκοτώνει. Μόλις συνέρχεται από την τρέλλα του και καταλαβαίνει τι έχει κάμει, επιχειρεί να αυτοκτονήση, αλλά τον σώζει ο φίλος του Θησέας. Η άρτια τούτη μετάφραση, που διατηρεί όλη την ομορφιά του πρωτοτύπου οφείλεται στον Κ. Βάρναλη.

Αλλ' ήτο σχεδόν αδύνατον, διότι ο μαινόμενος βορράς δεν το επέτρεπε, θα ήτον ανάγκη να κάμψουν το ανατολικόν ακρωτήριον, το φράσσον τον λιμένα, να πλεύσωσιν κατεπάνω εις τον άνεμον, τρία ως τέσσαρα μίλια πέλαγος αγριωμένον, εις τα βασίλεια του βορρά. Με πανία θα ήτο αμήχανον, με κωπία θα εχρειάζοντο πολύ μεγαλείτεραι και ισχυρότεραι λέμβοι, και πολλοί και στιβαροί βραχίονες να το κατορθώσουν.

Τούτου ένεκα λοιπόν λέγω ότι ουδείς άλλος δύναται να σκώπτη τα τοιαύτα ή μαινόμενός τις. Είναι δε εύκολον να κρίνη τις εκ πολλών τεκμηρίων ότι τοιαύτη είναι η γνώμη των ανθρώπων διά τα έθιμα των· εις έν μόνον θα αρκεσθώ.

Τούτων τινά υψούντο γραφικώς επί υπερηφάνων βράχων και επί σκοπέλων παρά τον αιγιαλόν, εν τη θαλάσση, χρυσιζόμενα το θέρος υπ' απλέτου φωτός, βρεχόμενα τον χειμώνα υπό των κυμάτων, άτινα μαινόμενος Βορράς ετάραττε και ανετίναζεν, οργώνων ανενδότως το πέλαγος εκείνο, σπείρων εις τους αιγιαλούς ναυάγια και συντρίμματα, αλέθων τους γρανίτας εις άμμον, ζυμώνων την άμμον εις βράχους και σταλακτίτας, εκλικμίζων τον αφρόν εις ακτινωτούς ραντισμούς.

Και το θαυμασιώτερον είνε ότι παρουσιάζεται εντός της αυτής ημέρας οτέ μεν Αθάμας μαινόμενος, οτέ δε Ινώ φοβουμένη, άλλοτε Ατρεύς ο ίδιος και μετ' ολίγον Θυέστης, έπειτα Αίγισθος ή Αερόπη. Και όλους τούτους τους χαρακτήρας μόνον είς άνθρωπος υποδύεται.