Έπινε ρακί όπου του έδιδες, και ποτέ δεν σου «χαλνούσε το χατήρι» να πάη μίαν ώραν δρόμον, διά θέλημα. Εκείνο το δειλινόν, καθώς ανέβαινε το βουνόν προς τα επάνω, είχε περάση από τον μύλον του Αντώνη της Σάββαινας, κάτω στα Βουρλίδια, εις την βαθείαν κοιλάδα την σύσκιον και υγράν δι' όλου του έτους. Κ' εκεί κάτι είχεν ιδεί και ακούσει.

Σκώληκες! είπεν η Νεράιδα του Πάγου. «Σεις, οι κυρίαρχοι των Δυνάμεων της Φύσεωςκαι απέστρεψε το πρόσωπον από την ομάδα και εκύτταζε κακεντρεχώς κάτω εις την βαθείαν κοιλάδα, όπου η σιδηροδρομική αμαξοστοιχία εβομβούσε διερχομένη! — Εκεί κάθονται αύται αι Σκέψεις! κάθονται υποχείριοι εις τας Δυνάμεις της Φύσεως! Τους βλέπω και όλους και τον καθένα!

Το κατ' εμέ ενθυμούμαι πάντοτε μετ' ίσης συγκινήσεως την βαθείαν και γοητευτικήν αληθώς εντύπωσιν, την οποίαν μου επροξένησεν ωραία τις τοιαύτη εικών της Ακροπόλεως, γεγραμμένη υπό του Graeb άνωθεν της εισόδου της ελληνικής αιθούσης του εν Βερολίνω Μουσείου.

Και έπειτα έρχεσαι εις το σπίτι των παιδιών μου και κάμνεις τον κύριον, ενώ ο υιός μου λείπει, και φονεύεις ατίμως μίαν δυστυχισμένης γυναίκα, και ένα παιδί, το οποίον, και τρεις φορές νόθον αν ήτο, θα κάμη και σε και την κόρην σου να κλάψετε. Διότι, όπως πολλάκις η λεπτή γη νικά εις την καλλιέργειαν την βαθείαν, έτσι και πολλοί νόθοι είναι καλλίτεροι των γνησίων.

Τον Γιαννακόν έτυχε να επανίδω εις την Αίγυπτον μετά είκοσιν όλα έτη και ουδ' εκείνος το είχε λησμονήση. Πώς έτυχε προ πολλών ήδη ετών να ενδιαφέρωμαι δι' ένα τάφον του παρά την Βάθειαν κοιμητηρίου, τούτο δεν ενδιαφέρει ποσώς τον αναγνώστην.

Και κάτω εις τα χαμόκλαδα, και επάνω εις τας φασκομηλέας άλλαι οικογένειαι, και νύμφαι με τα νυμφικά των, και μνηστευμέναι με τα λευκά των, και κόσμος προσκυνητών πέραν και από το βουνόν με φανάρια κατήρχοντο, ποιμένες, βραδύναντες, και η κυρά- Ασημίτσα, κομίζουσα τους πέντε άρτους εις μίαν βαθείαν κόφαν.

Δέσποτα, είπε με βαθείαν κατάνυξιν, βάλε πυρ εις την Ρώμην και εις το σύμπαν, εν τη λύπη σου, αλλά διατήρησον δι' ημάς την φωνήν σου! Οι παρεστώτες έμειναν εμβρόντητοι. Και ο ίδιος ο Νέρων εξεπλάγη. Μόνος ο Πετρώνιος έμεινεν απαθής.

Και ο θάνατός μου ας πέση επί σε και τους αδελφούς σου!». Την στιγμήν εκείνην η Λίγεια εισήλθεν, επλησίασε προς τον Κρίσπον με πρόσωπον εμπνευσμένον, και ως ηχώ άλλης τινός φωνής, είπεν: — Κρίσπε! ας τον φυλάξωμεν μεταξύ μας και ας μη τον αφήσωμεν, μέχρις ότου ο Χριστός του αποδώση την υγείαν. — Ας γίνη, όπως επιθυμείς. Εις τον Βινίκιον η ταχεία αύτη υποταγή του Κρίσπου έκαμε βαθείαν εντύπωσιν.

Τώρα πλέον εγώ είμαι η ...πόσις, και συ ο ...πότης. Πότε θα έλθη η έγερσις!; Βαθείαν θυελλώδη νύκτα, προς όρθρον βαθύν, ο όμβρος εκόπασεν αίφνης, και δαιμονιώδης τυφών, κραταιός άνεμος εφύσησε, κ' έπαυσεν ο κατακλυσμός του νερού, αφού επί τρεις ώρας είχε κάμει να πλεύση όλον το χωρίον εις την κοιλάδα την παράλιον.

Αλλ' ενώ έλεγε ταύτα εσταμάτησεν αιφνιδίως, αφήκε την κεφαλήν του να καταπέση και εφάνη ως να ήθελε ν' ακούση ένα κρότον τον οποίον δεν ηδυνάμην εγώ ν' ακούσω. Είτα ανετινάχθη, παρετήρησε δεξιά και αριστερά και εψιθύρισε τους στίχους του Επισκόπου του Τσιστέστερ: «Εκεί κάτω θα με περιμένης! Θα σπεύσω να σε ανεύρω εις την βαθείαν αυτήν κοιλάδα».