Vietnam or Thailand ? Vote for the TOP Country of the Week !
Ενημερώθηκε: 14 Οκτωβρίου 2025
Συγχρόνως έσυρεν εκ του κόλπου του το πορτοφόλι κ' εξήγαγε τας τριακοσίας δραχμάς. — Να, περισσοτέρα δεν έχω· είπε τείνων αυτά εις τον έκπληκτον βλαχοποιμένα. — Αδερφέ μου με σώνεις! είπεν ούτος, εναγκαλιζόμενος αυτόν· με σώνεις· έσωσες το κορίτσι μου, τ' όνομά μου!. . . Αλλ' ενώ ήπλωνε την χείρα να λάβη τα χρήματα εστάθη.
Ο Κύρος ήκουσε τας προτάσεις ταύτας και διηγήθη εις αυτούς τον εξής μύθον· «Αυλητής τις, ιδών εις την θάλασσαν ιχθύας, ηύλει νομίζων ότι ήθελε τους ελκύσει εις την ξηράν· επειδή δε διεψεύσθη η ελπίς του, έλαβε δίκτυον, το έρριψε και έσυρεν έξω πολλήν ποσότητα ιχθύων.
Ο δε Ζευς ακροώμενος και εξετάζων ακριβώς πάσαν ευχήν δεν υπέσχετο τα πάντα, αλλ' έτερον μεν έδωκε πατήρ, έτερον δε ανένευσε, τας μεν δικαίας ευχάς έσυρεν άνω του στομίου και τας ετοποθέτει δεξιά του, τας δε παρανόμους απέπεμπεν απράκτους, τας εφύσα προς τα κάτω και ούτε να πλησιάσουν προς τον ουρανόν τας άφηνε.
Εφόρεσεν εν βία τον επενδύτην του, έλαβεν εκ του γραφείου του κιβώτιον περιέχον φάρμακα και εξήλθομεν του δωματίου. Τον συνώδευσα μέχρι της θύρας του κοιτωνίσκου. Ο γέρων ήνοιξεν άμα μας ήκουσεν, ήρπασεν εκ της χειρός τον ιατρόν, τον έσυρεν εντός του δωματίου και έκλεισε την θύραν. Εκάθισα εκεί και επερίμενα. Επερίμενα επί ώραν πολλήν. Το σκάφος εκυλίετο αδιακόπως.
Και ενώ τούτα διαλογίζεται δεν εστείρεψε εις την καρδίαν του η πηγή των δακρύων, τα χύνει ακράτητα, άμα ευρίσκεται μόνος του, επάνω εις το πτώμα του πατρός της Οφηλίας του, το οποίον προ μικρού εις τα μάτια της μητρός του με πλαστήν απονίαν έσυρεν έξω και συνώδευσε με πικρούς σαρκασμούς.
Δεν είναι διά κατάσκοπος το ανθρωπάριον τούτο. Δεν τα έχει σωστά. Είναι κουτός ο δυστυχής! Και εξηκολούθησε ταπεινότερα τη φωνή μεταξύ των ο περί εμού λόγος, αλλά δεν ήκουα τι έλεγον. Ο Αράπης μ' έσυρεν έξω της σκιάδος και με ωδήγησε πάλιν εις την φυλακήν. Δεν ήτο εκ των καλλιτέρων νυκτών μου εκείνη, ούτε η επομένη, αναγνώστα μου.
― Έλα μέσα, παιδί μου. Τι θέλεις; Και εισήλθεν εντός της αυλής. Τον ηκολούθησα και έκλεισα όπισθέν μου την θύραν. ― Δεν με γνωρίζεις; ― Όχι. Ποίος είσαι; Είπα το όνομά μου. Ύψωσεν έκπληκτος τας χείρας, με παρετήρησεν επί τινας στιγμάς ασκαρδαμυκτί και αρπάσας με εκ της χειρός μ' εφίλησε και μ' έσυρεν εις το δωμάτιόν του.
Και επί τέλους κατώρθωσε να συλλάβη τον πάσσαλον, τον οποίον ο ημίονος έσυρεν εις το άκρον του σχοινιού, και με ισχυράν έλξιν ηδυνήθη να σταματήση το ζώον. — Δεν είνε παράξενο; είπεν ο Αστρονόμος. Αν ήτον ο Τερερές, απού 'νε μιας μπάτσας άθρωπος, θα τον εφοβούντονε· και το μουλάρι, απού μπορεί με μια τσινιά να τόνε ξεβγάλη, δεν το φοβάται. Και ο σοφός έδιδε την εξής εξήγησιν εις το πράγμα.
Παρετήρησε προσέτι, ότι η Λίγεια είχε γίνει ισχνή. Ησθάνετο ότι δι' αυτήν θα εθυσίαζεν όλας τας γυναίκας και την Ρώμην ολόκληρον. Θα έμενεν αφωσιωμένος εις την θέαν εκείνην. Αλλ' ο Χίλων τον έσυρεν από το κράσπεδον του μανδύου του εκ φόβου μήπως υποπέση είς τινα απερισκεψίαν. Εν τοσούτω οι χριστιανοί είχον αρχίσει να προσεύχονται και να ψάλλωσιν.
Ο Ατακίνος συνέλαβε μίαν φαεινήν ιδέαν· προ παντός έπρεπε να πάρη πίσω την Λίγειαν και να φύγη αφίνων τους άλλους εις την τύχην των. Την έσυρεν από το φορείον, την έδραξε με τους δύο βραχίονας και προσεπάθησε να φύγη βοηθούμενος από το σκότος. Αλλ' η Λίγεια εφώναξε: — Ούρσε! Ούρσε! Ενδεδυμένη λευκά ήτο εύκολον να διακρίνεται.
Λέξη Της Ημέρας
Άλλοι Ψάχνουν