Πώς κι από πού μπορούμε αδιάκοπα κ' αιώνια να δημιουργούμε με τέτοιο τρόπο; Πού βρίσκουμε τη δύναμη να φτειάνουμε κάθε μέρα πλάσματα νέα; Γιατί αλλάζουμε μερικούς τύπους, και γιατί άλλοι πάλε χρόνια περνούν και δεν αλλάζουν; Πώς ξαπλώνεται λίγο λίγο, πώς από μέσα από τα χωριά βγαίνει μια γλώσσα και καταντά γλώσσα κοινή; Πώς χάνεται μια γλώσσα και πώς αρχίζει μια άλλη να διαδίδεται και να μιλιέται; Πώς κάθε κούνημα των οργάνων, πώς κάθε λογισμός του μυαλού μπορεί να φέρη μια καινούρια αλλαγή; Μελέτη κ' ιστορία μιας γλώσσας άλλο δεν είναι παρά σπουδή κ' ιστορία της αθρώπινης ψυχής.

Αφού δε τούτο συμβαίνει κατ' αυτόν τον τρόπον, τι άλλο θα παραδεχθώμεν παρά ότι ο ίδιος συνεφώνησες με τον εαυτόν σου και διά σε η ορθότης του ονόματος καταντά συνθήκη, αφού λέγουν έν πράγμα και τα όμοια και τα ανόμοια γράμματα, αν καθιερωθούν από την συνήθειαν και την συνθήκην; Και το κάτω κάτω, αν δεν είναι η συνήθεια συνθήκη, πάλιν δεν είναι ορθόν να λέγωμεν ότι η ομοιότης είναι έκφρασις αλλά η συνήθεια, διότι, καθώς φαίνεται, η συνήθεια εκφράζει και με τα όμοια και με τα ανόμοια.

Και η φωνή του από μαλακή και παρακαλεστική που ήταν ανέβαινε σιγάσιγά κ' εξέσπαε τέλος βρισάρα, σαν το κύμα που πιάνεται μαλακό, παιγνιδιάρικο στο ένα ακρογιάλι και καταντά στο αντικρυνό φοβερός και τρομερός κοσμοχαλαστής. Αλλά το πουλί σαν να ευχαριστιόταν με την παραφορά του εκείνη, άνοιγε το στόμα του, έδειχνε γλώσσα μικρή και σουβλερή κ' εχαυνιζόταν πλατειά με χαμώγελο και περιφρόνησι.

Είναι παράδοξο αλήθεια ο έξυπνος ελληνικός λαός να καταντά θεληματικά κουτός από σεβασμό προς το γράμμα, προς τα γράμματα και προς το γραμματισμένον.

Άλλως τε και η συνήθεια διά τούτο είναι κακή, διότι ομοιάζει την φύσιν, καθώς λέγει ο Εύηνος: Η έξις, που είναι άσκησις πολυετής, δευτέρα φύσις εις το τέλος καταντά. Τι είναι λοιπόν εγκράτεια και τι ακράτεια και τι καρτερία και τι μαλθακότης και ποία είναι η σχέσις αυτών των διαθέσεων μεταξύ των, το εξετάσαμεν. &Ηδονή και λύπη.&

Να μην ιδώ ποτέ καλόν εάν αυτός ο γάμος δεν έβγη καλορρίζικος. Τον ξεπερνά τον πρώτον! Πλην και να μη τον ξεπερνά, απέθανεν ο πρώτος· ή, και να μην απέθανε, δεν καταντά το ίδιον αν ζης χωρίς να χαίρεσαι τα στέφανα εκείνα; ΙΟΥΛΙΕΤΑ Με την καρδιάν σου ομιλείς; ΠΑΡΑΜΑΝΑ Και μ' όλην την ψυχήν μου. Ει δε καρδιάν μου και ψυχήν κατάρα να ταις εύρη. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Αμήν! ΠΑΡΑΜΑΝΑ Τι είπες;

Θεαίτητος. Το ενθυμούμαι. Σωκράτης. Άραγε λοιπόν άλλη καμμία είναι η αιτία παρά ότι το αυτό είναι απλόμορφον και αδιαίρετον; Θεαίτητος. Δεν φαίνεται πραγματικώς να είναι άλλη. Σωκράτης. Τότε λοιπόν και η συλλαβή δεν καταντά εις την ιδίαν μορφήν με εκείνο, αφού δεν έχει μέρη και είναι μία έννοια; Θεαίτητος. Πολύ μάλιστα. Σωκράτης.

Αλλά δεν θέλει· ρίπτει τον κεραυνόν, φονεύει και τον αθώον, κατόπιν δε βροντά, ως εάν λέγη: — Κάπου εφόνευσα άνθρωπον· πηγαίνετε να τον εύρετε και να τον κλαύσετε! Θέλεις να μετρήσης καλήτερον τους οδόντας του διαβόλου; κάμε τον να γελάση. Και η απόλυτος αλήθεια καταντά ουτοπία, εφ' όσον χίλιοι έχουν επί του αυτού αντικειμένου χιλίας ιδέας.

Εις τα σπουδαία όμως ζητήματα καταντά να γίνη η χειροτέρα ασθένεια διά μίαν πόλιν. Νέος Σωκράτης. Ποία εννοείς λοιπόν; Ξένος. Φυσικά εννοώ όλην την προπαίδευσιν διά την ζωήν.

Όταν όμως καταλάβω που κατηγορώντας εμένα κατηγορεί κανείς όλο το έθνος, νομίζω χρέος μου ναποκριθώ τουλάχιστο με δυο λόγια. Καταντά γενικό ζήτημα. Ο κ. Ψυχάρη φέρει την σφραγίδα της μελαγχολίας, του καμάτου, της παρακμής, της δουλείας». Λυπήθηκα πολύ, όταν είδα αφτή τη λέξη. Ας αφήσουμε τη γλώσσα του κ.