Όταν έφτασε ο Έφις βρήκε τον φράχτη που περιέβαλε τις καλύβες γεμάτο από κάρα που έφεραν τέντες από λινάτσα ή σεντόνια και τους πωλητές γλυκισμάτων και κρασιού να στέκονται πλάι στους μικρούς πάγκους τους στη σκιά της εκκλησίας. Οι ζητιάνοι σε παράταξη στις άκριες του δρόμου.

Εγώ ευρισκόμενος εις τέτοιον χορόν, έτρεπε να χορέψω και με το στανιό μου· και διά να την ευχαριστήσω ηθέλησα να ειπώ την αλήθειαν· αχ, βασίλισσά μου, είπα σαν επιθυμάς να ειπώ την καρδιά μου, εγώ σε παρακαλώ να μη το ήθελες πάρει εις βάρος· η Καλεκάρη είνε εκείνη που πληγώνει την καρδιά μου, χωρίς να καταφρονέσω ούτε την βασιλείαν σου, ούτε τες άλλες ευγενικές νέες που στέκονται, επειδή και ολωνών η ευμορφιά είνε απαρομοίαστη.

ΓΟΡΓΩ Για κύττα αυτά τα υφάσματα τα υφαντοκεντημένα, για κύττα τι ψιλοδουλειά και πόση χάρην έχουν λες κ' έχουν γίνει για θεούς. ΠΡΑΞΙΝΟΗ Χαρά στα χέρια εκείνα που τάφαιναν μ' υπομονή! Χαρά στους τους ζωγράφους πούκαναν τέτοιες ζωγραφιές κ' έτσι χωρίς ψεγάδι. Στέκονται κι αναδεύονται σαν νάχουν ζωντανέψει, σαν νάχουν μέσα τους ψυχή κι όχι σαν υφασμένα.

Άνοιξε, άνοιξε την θύρα• γρήγορα να μην αργώ. ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Ω Ηρακλή! τι ειν' αυτά τα ζώα; Ο ΜΑΘΗΤΗΣ Σου φαντάζουνε παράξενα; Έλα λοιπόν! σαν τι θαρρείς πως μοιάζουνε; ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Σαν Λάκωνες αιχμάλωτοι της Πύλου. Ε, κι' αυτοί γιατί κυττάν' όλο τη γη και στέκονται σκυφτοί; Ο ΜΑΘΗΤΗΣ Ψάχνουν τη γη. ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Γυρεύουνε βουρβιά;

Η κόρη της η Δελχαρώ, είδε την ανησυχίαν της, κι' άρχισε να κυττάζη, όπως η μήτηρ της, και αυτή. Την ώραν της δύσεως του ηλίου, αίφνης μετά κρυφίου φόβου την έκραξε. — Μάνα! Μάνα! — Τι είνε; — Έλα να ιδής! — Τι; — Δυο ταχτικοί στέκονται και κυττάζουν έξω απ' την αυλή, στο σπίτι σας . . . Η γραία Χαδούλα εσηκώθη, και είδεν εκείνο το οποίον εφοβείτο.

Και τόρα εγώ, ο οποίος εξελέγχομαι ως προς αυτά με τας εξής ερωτήσεις, κρίνω ασφαλέστερον να αποκριθώ κατά τον εξής τρόπον. Όταν μου ειπή κανείς, καλέ μου, Ξένε, άραγε όλα τα πράγματα στέκονται και κανέν δεν κινείται; Ή όλως διόλου το αντίθετον από αυτό συμβαίνει; Ή μήπως άλλα μεν κινούνται, άλλα δε ακινητούν; — Βεβαίως άλλα μεν κινούνται, θα ειπώ εγώ, και άλλα ακινητούν.

Χορός από διάκους, ντυμένους κατάμαυρο κοντό χιτωνίσκο, με κοντές χειρίδες και με ένα λευκό πανί ριγμένο στο δεξί τον ώμο, στέκονται στην αρχή του δρόμου, κοντά στο βράχο. Είνε όλοι νέοι, ξυραφισμένοι, με τα μαλλιά κοντά κομμένα και στην κορυφή του κεφαλιού έχουν ξυραφισμένον ένα κύκλον μικρό. Μπροστά δύο γηραλέοι με γενειάδα, ντυμένοι ραβδωτές χλαμύδες, είνε οι Πρεσβύτεροι.

Λοιπόν αυτό το πρόβλημα δεν είναι αυτά τα οποία εμάθαμεν από τους αρχαίους, οι οποίοι τα κρύπτουν από τον λαόν με τους στίχους των, ότι δηλαδή η πηγή όλων των πραγμάτων, η οποία είναι ο Ωκεανός και η Τηθύς, δεν είναι άλλο παρά ρεύματα και διαρκώς κινούνται; Πράγματα τα οποία μόνον οι νεώτεροι τα λέγουν φανερά διά να φανούν σοφώτεροι, διά να μάθουν και οι υποδηματοποιοί την σοφίαν των και να μη νομίζουν πλέον βλακωδώς ότι άλλα μεν από τα όντα κινούνται, άλλα δε στέκονται, αλλά να μάθουν ότι όλα κινούνται και να τιμούν αυτούς.

Θυμώνταν όταν το ξεκίνησε γαμπρό με δυνατό ψίκι, θυμώνταν όταν το πρωτοξεκίνησε για την Ξενιτειά την έρημη και τη φλογισμένη. Τα θυμώνταν όλα, όλα. Όλη η ζωή του καθρεφτίζονταν μέσα στη μνήμη της καημένης της μάννας σαν πως καθρεφτίζονται μέσα στα κατάργυρα νερά της λίμνης τα βουνά κι' οι ράχες, που στέκονται ολόγυρά της.

Βεβαίως έπεται. Ξένος. Και λοιπόν; Είναι δυνατόν να υπάρξη πλέον κανέν από αυτά τα δύο, αφού δεν συμμετέχει από την ουσίαν; Θεαίτητος. Δεν είναι δυνατόν να υπάρξη. Ξένος. Διότι όλοι αυτοί συνάπτουν με αυτά την ύπαρξιν και λέγουν ότι όντως κινούνται, και άλλοι ότι όντως στέκονται. Θεαίτητος. Είμαι συμφωνότατος. Ξένος.