Έπειτα με χοντρά άρχισε ναν του τα ψέλνει λόγια «Βλάκα σκαρτάδο, σούστριψε! Λοιπόν τ' αφτιά του κάκου τάχεις ν' ακούς, γιατί έχασες κάθε ντροπής και γνώση.

Οι κυράδες του ήταν στην εκκλησία και πήγε να τις βρει, αλλά βρέθηκε χωρίς να το θέλει ανάμεσα στον ντον Πρέντου, τον Μιλέζο και τον Τζατσίντο, μπροστά σε κάποιον που πουλούσε κρασί και ξαφνικά είδε τρία κίτρινα ποτήρια μπροστά στο πρόσωπό του. «Πιες, βλάκα!» «Για μένα είναι νωρίς.» «Ποτέ δεν είναι νωρίς για έναν άντρα γερό. Ή μήπως είσαι άρρωστος

Εάν θέλεις να είσαι πιο σίγουρος ανέβα στα καπούλια κι εσύ, βλάκαΈκπληκτος ο Έφις, μετά από κάποια παραΚαλία και απειλές, φόρτωσε το δισάκι του στο άλογο που έμοιαζε να κοιμάται, έπειτα σκαρφάλωσε στα καπούλια, πίσω από τον ντον Πρέντου, προσπαθώντας να μην του γίνεται βάρος. «Τώρα θα ιδρώσει το άλογό σας!» «Ο διάολος να με πάρει, είναι το πιο γερό άλογο της περιοχής.

Οι Ανδρογυνοχωρίστραις έδωκαν αντί χαρτονομίσματος εξώφυλλα σιγαροχάρτου επίχρυσα και κυανίζοντα εις τον Γιάννην Ψειροκόνιδαν, βλάκα εκ γενετής, όν από εβδομάδος δεν έπαυσαν εμπράκτως να διδάσκωσιν όπως μάθη να διακρίνη το λευκόν και το μέλαν της κάλπης, αποστηθίση δε και των υποψηφίων τα ονόματα.

Τέλος η Επιτροπή απεφάσισε να τον κηρύξη «βλάκα», και τον απήλξε πάσης περαιτέρω ενοχλήσεως. Αλλ' όμως ο Γιάννης δεν έλλειπε ποτέ από καμμίαν αγρυνίαν εις τα εξωκκλήσια, όταν επηγαίναμεν στα πανηγύρια, αρχόμενος από την ανατολήν του έαρος έως το βασίλεμα του θέρους, έως την στρώσιν του φθινοπώρου, και πριν εισβάλη ο χειμών.

Τους κλίνοντας να με θεωρήσωσιν εκ των ανωτέρω ως βλάκα, παρακαλώ να σκεφθώσι πόσον δύσκολος είνε η θέσις του μη δυναμένου ούτε ως εραστής να παρακαλέση χωρίς να γίνη γελοίος, ούτε ως σύζυγος ν' απαιτήση χωρίς να γίνη μισητός.

Ναι, βλάκα, θα σου το δώσω το σκούδο∙ και δέκα και εκατό θα σου δώσω, εάν θέλεις, όπως δίνω σε πιο καθωσπρέπει ανθρώπους από σένα, στις κυράδες σου, στους ευγενείς και τους συγγενείς των Βαρόνων, αλλά τις μούντζες θα σου τις δίνω πάντα, όσο θα είσαι ηλίθιος, δηλαδή μέχρι που να πεθάνεις…. Πάντα θα σου τις δίνω…Και πήγε να πάρει πέντε ασημένιες λίρες.

Κα ΖΟΥΡΝΤΑΙΝ Για την κόρη σου χρειάζεται ένας σύζυγος ηθικός, τίμιος, πλούσιος και καλοκαμωμένος, κι' όχι κανένας ασχημομούρης κόντεπεινάω . ΝΙΚΟΛΕΤΑ Αυτό είν' αλήθεια: έχομε δα παράδειγμα το γυιό τον άρχοντα του χωριού μας, ένα βλάκα και τιποτένιο. Έχω αρκετή περιουσία για την κόρη μου· μόνο η δόξα μου λείπει και θέλω να την κάνω μαρκησία. Κα ΖΟΥΡΝΤΑΙΝ Μαρκησία; ΖΟΥΡΝΤΑΙΝ Μάλιστα, μαρκησία.

Από το κεντημένο με λουλούδια δισάκι του αναδυόταν η μυρωδιά του γκατό , που πήγαινε πεσκέσι στον φίλο του τον Ρέτορα, και πρόβαλε ακόμη ο βιολετής λαιμός μιας νταμιτζάνας με κρασί. «Κι εσύ, βλάκα, πας με τα πόδια; Ακόμα και το άλογο σε βάλανε να κάνεις τώρα; Δώσε μου το δισάκι, θα σου το κουβαλήσω εγώ. Δεν θα τον σκάσω, μην φοβάσαι!

Γι’ αυτή την υπόθεση τουλάχιστον θα έπρεπε να σου είχαν μιλήσει. Πόσα σου χρωστάνε;» «Ας μη μιλήσουμε γι’ αυτό, ντον Πρέντου! Μη με πληγώνετε.» «Εσύ πληγώνεις τον εαυτό σου, βλάκα! Άκου λοιπόν. Κι εγώ πηγαίνω πότε πότε σ’ εκείνες αλλά δεν είναι δυνατόν να τους αποσπάσω κάτι συγκεκριμένο. Μπορεί η Έστερ να μιλούσε, αλλά υπάρχει και η Νοέμι σκληρή σαν πέτρα.