Το πρωί αφού έψαλε πρώτα ο ερημίτης και μοιράστηκαν το κριθαρένιο ψωμί, ο Τριστάνος αποχαιρέτισε τον σεβάσμιο ερημίτη, κ' εκάλπασε για το Κάρχαιξ. Όταν σταμάτησε κάτω από τα κλειστά τείχη, είδε στο φυλάκιο μια περίπολο φρουρών και ζήτησε το Δούκα. Ο Χόελ ήτον επί κεφαλής των μαζύ με το γυιό του Καερντέν.

Μην έχοντας πλάνη ικανή να μας γελάσησπίτι να μας ανάψη φωτιάχέρι να σφίξωμεόνειρο ν' ακολουθήσουμεπηγαίναμε ανάμεσα στην πλάση χωρίς σκοπό, εγώ κι' η ψυχή μου. Η ψυχή μου είνε βουβή. Η χαρά την αποχαιρέτισε. Η ενέργεια την ξέχασε. Τα παρεκκλήσια τη διώχνουν. Κυττάζει τον κόσμο και σωπαίνει. Και τώρα, καθώς περνούμε ανάμεσα στην πλάση, πόσο είμαστε έρημοι!

Εγώ κόρην μου δεν την θέλω, ούτε ποτέ θα ξαναϊδώ, ποτέ, το πρόσωπόν της! Λοιπόν να φύγετ' απ' εδώ χωρίς ευχήν κι' αγάπην, χωρίς την ευλογίαν μου! — Ω Βουργουνδέ γενναίε, έλα . Σάλπιγγες. Εξέρχονται ΛΗΡ, οι ΔΟΥΚΕΣ της ΒΟΥΡΓΟΥΝΔΙΑΣ, της ΑΛΒΑΝΙΑΣ και της ΚΟΡΝΟΥΑΛΗΣ, ο ΓΛΟΣΤΕΡ και αι συνοδείαι αυτών. ΒΑΣ. ΓΑΛ. Αποχαιρέτισε τας δύο αδελφάς σου.

Δεν είπε τίποτα ο φτωχός σε κανένα. Σε μια βραδεία έχυσε όλα του τα δάκρυα . . . Εκείνη δε θέλησε να την δη, μόνο έγεινε πολύ μελαγχολικός και ακοινώνητος. . . Αξαφνα μια πρωινή αποχαιρέτισε το μάστορή του κ' επήγε στο μοναστήρι. Την απλή αυτή ιστορία λίγοι την ήξευραν. Ο αδελφός Άνθιμος εσχετίσθηκε ευθύς με τον παππά Συνέσιο.

Ύστερα από την παντρειά του, μη έχοντας ούτε χωράφια να δουλεύη, ούτε γίδια και πρόβατα να βόσκη, ούτε μουλάρι να κάνη τον αγωγιάτη, ούτε καμμιά τέχνη για να ζη στον τόπο του, αποφάσισε το γληγορώτερο να ξινιτευτή. Αποχαιρέτισε τη γυναίκα του κι' έφυγε, κι' αφού πέρασε κάμπους και βουνά, ποτάμια και θάλασσες, έφτασε στην Ξενιτειά.

ΕΔΓΑΡ Δος μου το χέρι σου εδώ. Ακόμη ένα βήμα κ' είσαιτην άκρην του κρημνού. Δεν ήθελα να κάμω αυτό εδώ το πήδημα διά τον κόσμον όλον! Μέσα εδώ διαμαντικό θα εύρης, που αξίζει να το χαρή κάθε πτωχός. Και οι θεοί κ' αι Μοίραις να δώσουν καλορρίζικον το δώρον μου να είναι. Πήγαινε τώρα μακρυά. Αποχαιρέτισέ με. Παρακαλώ ν' μακρυνθής· ν' ακούσω ότι φεύγεις. ΕΔΓΑΡ Ώρα καλή, αυθέντα μου!