Για αφτό αφρισμένοι οι Δαναοί κι' οι Τρώες το καράβι ένας τον άλλο από κοντά βαρούσαν, κι' απ' αλάργα δεν καρτερούσαν δοξαριών ρηξές και κονταριώνε, Μον έστεκαν σιμά σιμά, κι' οι δυο τους μ' ίδιο πάθος, 710 και με μπαλτάδες κοφτερούς χτυπιόντουσαν κι' αξίνες και με θεόρατα σπαθιά και δίστομες μαχαίρες.

Μηδ' άλλος τον αμέλησε κανείς τους, μόνε ομπρός του κρατούν τις ομορφόκυκλες ασπίδες, και κατόπι τον παίρνουν κι' όξω οχ τη σφαγή στα χέρια τους τον βγάζουν, ως πούρθαν στα γοργά άλογα που καρτερούσαν πίσω 430 όξω απ' τη μάχη μ' αμαξά και με πανώριο αμάξι, κι' έτσι τον παν προς το καστρί ενώ βαριά βογγούσε.

Κι' αυτός έβαλε τα τρία ψωμιά στο σακκούλι του, φίλησε το χέρι τ' αφεντικού του κι' έφυγε, γυρίζοντας στον τόπο του, στη γυναίκα του, και στο σπίτι του. Στο δρόμο ανταμώθηκε με μια μεγάλη συνοδεία. Έκαναν δύοτρεις μέρες δρόμο, όταν σ' ένα μέρος τους λεν ότι τους καρτερούσαν οι κλέφτες να τους πιάσουν.

Σιμά του εκεί ο πολύξερος Δυσσέας καρτερούσε, και δίπλα των Κεφαλληνιών το δυνατό φουσάτο. 330 Τι δεν τους άκουγε ο λαός ακόμα το γιουρούσι, μόνε των Τρώων κι' Αχαιών τα φοβερά τ΄ ασκέρια ότι άρχιζαν να ξεκινούν, κι' εκείνοι καρτερούσαν κάνα άλλο τάγμα Αχαιϊκό να δουν να προχωρήσει, να δώσει τράκο των οχτρών κι' ο πόλεμος ν' ανάψει. 335 Κι' άμα τους είδε ο βασιλιάς, ναν τους μαλώνει αρχίζει, και κράζοντος τους τούς λαλεί διο φτερωμένα λόγια «Ω θεοπαίδι Μενεστιά, του Πετεού βλαστάρι, κι' εσύ ω απάτης μάστορη, παμπόνηρο κεφάλι, τι κρύβεστε κι' από μακριά τους άλλους καρτεράτε; 340 Έπρεπε εσείς να στέκεστε μες στη σειρά των πρώτων και με τους πρώτους τη φωτιά της μάχης ν' αντικρύστε.

Ό,τι παστό παλιοκρέατο, μουχλιασμένος μπακαλάος, αλεύρι πικρό, σκουληκιασμένη γαλέτα, τυρί τεμπεσύρι στην αποθήκη του Καλιγέρη ευρισκόταν για τους ναύτες του. Και ο λόγος του πάντα προσταγή, αγριοβλαστήμια και βρισίδι. Μόνον απελπισμένοι επήγαιναν στη δούλεψή του. Ήξερα λοιπόν καλά πως δεν με καρτερούσαν χάδια και διασκέδασες. Αλλ' ο μαγνήτης που έσερνε την ψυχή μου έκαμε να τα περιφρονήσω όλα.