Vietnam or Thailand ? Vote for the TOP Country of the Week !

Ενημερώθηκε: 30 Σεπτεμβρίου 2025


Ουδείς θα ηδύνατο να επινοήση, όπως ουδέ ν' αναμετρήση και υπολογήση, την υπερτάτην καθαρότητα και το άρρητον θέλγητρον, την ατάραχον κυριότητα της τε καταδίκης και της συγγνώμης, δι' ων τόσον βαθέως χαρακτηρίζεται η διήγησις.

Αδειάζει κι' αυτή, οπού και εις τον ύπνο της ακόμα πλέκει την κάλτσα της κινούσα τα χέρια της! . . . Και ανεστέναξε βαθέως: — Να ήμουν ταχυά κι' εγώ στην Παναγία την Λημνιά, τη ενορία μας, ταχυά το ψυχοσάββατο! Τι κόλλυβα σωρό, οπού θα πάνε για όλους τους πεθαμένους! . . .

Η Λιαλιώ εστέναξε βαθέως και είπεν: — Αχ! ναι! ... για να είμαι ειλικρινής μαζύ σου... Εκείνος που θελά με πάρη...και τον ήθελα κ' εγώ... είνε τώρα έξη χρόνια που τον έφαγε η Μαύρη θάλασσα... Το καράβι επήγε σύψυχο... Αλλ' αν έχης έλεος, γιατί επιμένεις να μ' εξετάζης γι' αυτό;...

Ήτο τόσον βαθέως υποκριτικός, ώστε να μη αναγνωρίζη την ιδίαν υποκρισίαν του. Ευχαριστεί τον Θεόν διά τας κακίας του τας οποίας ενόμιζεν ως αρετάς, κ' εφαντάζετο ότι Εκείνος θα ηρέσκετο εις λατρείαν εν ή ούτε ταπείνωσις υπήρχεν, ούτε αλήθεια, ούτε ευορκία, ούτε αγάπη.

Η φωνή του διέλυσεν, ούτως ειπείν, τα μάγια, υπό την επήρειαν των οποίων διετέλει η αδελφή του Κ. Μελέτη. Ανέπνευσε βαθέως στενάξασα, αι χείρες έπεσαν επί των γονάτων της, οι οφθαλμοί της εκλείσθησαν, το αίμα ανήλθεν εις τας παρειάς της, αλλά δεν ηδύνατο εισέτι να προφέρη λέξιν. Ο Κ. Μελέτης έλαβεν αντ' αυτής τον λόγον.

Ο μέγας Αλέξανδρος, ο τοσούτον βαθέως κοιμώμενος την προτεραίαν, δεν ενθυμούμαι τίνος μάχης, αμφιβάλλω αν την επιούσαν της νίκης εκοιμήθη.

Και μεταξύ του πλήθους η ζωή του θα ήτο μοναχικωτέρα από τούδε, επειδή ολιγώτεροι θα υπήρχον οι γνωρίζοντες και αγαπώντες Αυτόν. Με καρδίαν βαθέως τεθλιμμένην, Εκείνος απηύθυνε προς τους Δώδεκα την συγκινητικήν ερώτησιν: &«Μη και υμείς θέλετε υπάγειν;»&

Οι στρατιώται ήσαν κατηφείς και βαθέως ταπεινωμένοι· θα έλεγε τις ότι πόλις τις εκυριεύθη εξ εφόδου και ότι οι πολλοί κάτοικοι της έφευγαν· τωόντι το συγχρόνως βαδίζον εκείνο πλήθος δεν ήσαν ολιγώτεροι των τεσσαράκοντα χιλιάδων ανθρώπων.

Η λεχώνα εκοιμάτο βαθέως, και ούτε ήκουσε τον βήχα και τα κλαύματα. Η γραία ήνοιξε βλοσυρά όμματα, κ' έκαμε χειρονομίαν ανυπομονησίας και απειλής. — Ε! θα σκάσης; είπε. Της Φραγκογιαννούς άρχισε πράγματι «να ψηλώνη ο νους της». Είχε «παραλογίσει» επί τέλους, Επόμενον ήτο, διότι είχεν εξαρθή εις ανώτερα ζητήματα. Έκλινεν επί του λίκνου.

Να είνε αφορεσμένος! είπεν αίφνης με σθεναράν φωνήν ο ιερεύς, περατώσας την ανάγνωσιν. — Αφωρεσμένος! απήντησεν ευθύς ομόφωνον και το πλήθος. — Καταραμένος! επανέλαβεν ο ιερεύς. — Καταραμένος! — Η γη να μη τον λυώση!. . . — Να μη τον λυώση! Και με την τελευταίαν λέξιν οι χωρικοί εστέναξαν βαθέως, ωσεί ανακουφισθέντες του εφιάλτου, του πιέζοντος πριν τα στήθη των.

Λέξη Της Ημέρας

εφέντηδες

Άλλοι Ψάχνουν