Vietnam or Thailand ? Vote for the TOP Country of the Week !

Ενημερώθηκε: 30 Σεπτεμβρίου 2025


Τελευταίον αι θεολογικαί, σχολαστικαί, ηθικαί και εθνικαί δυσχέρειαι επί μάλλον είχον περιπλακή διά πολιτικών δυσχερειών, διότι ο άρχων εις ου το κράτος είχε προβληθή το ερώτημα βαθέως διεφέρετο εις την απάντησιν, και είχε παραδώσει ήδη εις θάνατον τον μέγιστον των προφητών ένεκα της τολμηράς εκφράσεως γνώμης πολεμιωτάτης προς την ιδίαν πράξιν του.

Η οδοιπορική μου άμαξα παρήλαυνεν ήδη προ μιας ετοιμορρόπου, εγκαταλελειμμένης οικίας. Πας άλλος ήθελεν αισθανθή βαθέως ελεγειακήν θλίψιν, εάν, μετά μακράν επανερχόμενος απουσίαν, εύρισκε νεκρικήν σιγήν εκεί όπου αφήκεν εύθυμον ηχηρόν βίον, καταστροφήν και ερημίαν, εκεί όπου απέλιπε την ευεστώ και την άνεσιν.

Υπάρχει δε και άλλη απορία ως προς την αίσθησιν, η εξής: Άρά γε είναι δυνατόν δύο πράγματα να αισθανώμεθα ομού εις την αυτήν και αδιαίρετον στιγμήν χρόνου ή όχι, εάν είναι αληθές ότι πάντοτε η μεγαλειτέρα κίνησις αφανίζει την μικροτέραν ; Διά τούτο όταν τίθεταί τι υπό τα όμματα, δεν αισθάνονται αυτό οι άνθρωποι, αν τύχη να συλλογίζωνταί τι βαθέως ή να φοβώνται ή να ακούωσι μέγαν ήχον.

Πριν ή λάβω ανά χείρας την Ελληνικήν Ιστορίαν του Κυρίου Σπυρίδωνος Τρικούπη και το Δοκίμιον του Κυρίου Φιλήμονος, βαθέως είχε ριζωθή εις την μνήμην μου η αποφράς ημέρα της 14 Απριλίου, διότι και παρά του γηραιού Περραιβού και παρά του Κυρίου Σπηλιάδου είχον μάθει ότι εν εκείνη έπρεπε να μνημονεύηται η αγωνία, εν δε τη επιούση το μαρτύριον του Διάκου.

Η Κορδηλία είναι φύσει περιεσταλμένη, λέγει ολίγα, αλλ' αισθάνεται βαθέως. Ο αληθής αυτής χαρακτήρ μαρτυρείται υπό μιας λέξεως, μιας χειρονομίας ή της εκφράσεως της φυσιογνωμίας, προ πάντων δε υπό των πράξεων και απάσης της διαγωγής αυτής.

Αλλ' έμελλε να μετανοήση και να επιστρέψη προς τον Κύριον τον οποίον θα ηρνείτο, και τότε ο Ιησούς τον εκέλευε να στηρίξη τους άλλους εις την πίστιν. Και είνε ενδιαφέρον ότι το ρήμα «στήριξοντο οποίον ο Χριστός μετεχηρίσθη προς τον Πέτρον, ευρίσκεται και εν τη κατ' αυτόν Καθολική Α'. επιστολή, όπως δειχθή πόσον βαθέως είχεν εισδύσει εν τη ψυχή του Αποστόλου.

Συνήντησε τον ιερέα, ασκεπή, με το Άγιον Ποτήριον, κατερχόμενον από τον οικίσκον του ασθενούς. Ο Στάθης έβγαλε το καπέλλο του, επροσκύνησε βαθέως και τέλος ανήλθεν εις την μικράν οικίαν. Ο Θανάσης ήτον εις τας λοισθίας στιγμάς. Ο Στάθης επλησίασεν εκθύμως, του έδωσε το πορτοφόλι εις τας χείρας. Εκείνος το έλαβε κ' εμειδίασε.

Πάρε τα..,» Τας λέξεις ταύτας εχάραξεν εις την μνήμην του ο Μάχτος βαθέως και ανεξιτήλως, ως διά γλυφίδος. Παρέλιπε δε τον τελευταίον ορισμόν, «... κ' έλα να μ' εύρης», ως μη απευθυνόμενον προσωπικώς προς αυτόν.

Η δρόσος επεκάθητο άφθονος επί των θάμνων ως αδαμαντίνη βροχή, και εβράχησαν αι άκραι των ιματίων και των τριών γυναικών. Ανέβησαν ήδη εις τον λόφον. Έφεγγε καλά πλέον. Ευωδίαζεν ο τόπος. — Τι εύμορφα! είπεν η Δεσποινιώ, σταματήσασα και πνέουσα βαθέως το μεθυστικόν εκείνο άρωμα της πρωίας, σφόδρα ζωτικόν. — Και δεν ήθελες! διέκοψεν η Σοφούλα. Εξαίσιον ήτο το θέαμα.

Και αγρυπνεί ούτως ολονυκτής, καπνίζων την μεγάλην αυτού π ί π α ν, και στενάζων ενίοτε στεναγμούς βαθέως συγκινούντας τους γείτονάς του. Την νύκτα εκείνην η σοβαρά αυτού μορφή ήτο κατ' εξαίρεσιν συννεφωμένη. Ήτο θυμωμένος. Θυμωμένος, διότι πυγμαίος τις γείτων, ο λόφος του Παυσιλύπου, είχε την θρασύτητα να τα βάλη με τον υπερήφανον γίγαντα, να μετρηθή προς τον αετόν ως αντεραστής.

Λέξη Της Ημέρας

εφέντηδες

Άλλοι Ψάχνουν