Αλλ' ω κακό μου! από καιρόν σε βλέπω μαραμμένον κακόκαρδον και απ' την μορφήν την πρώτην σου αλλαγμένον, και σε φοβούμαι· αλλ', αν, γλυκέ μου αφέντη, εμέ δειλιάζεις, εσύ δεν πρέπει παντελώς διά τούτο να τρομάζης· ομοιοτρόπωςτην καρδιά της γυναικός καθίζουν πόθος και φόβος, ή σιγούν ή τρομερά μανίζουν.

Δε σούπα πως δε μαφήκε να τση σιμώσω και πως μου παράγγειλε να μη ξαναπάω παρά μια βολά γι' αποχαιρετισμό; — Εγώ, παιδί μου Γιώργη, μόνο για τη ζωή σου φοβούμαι· μα σαν κατέω πως θάχης το νου σου, να πας, παιδί μου. Δε σεμποδίζω. Μόνο να θυμάσαι να μην κάτσης πολιώρα. Μείναμε σύμφωνοι, αλλά την άλλη μέρα μούπε ξάφνου: — Κατές είντα συλλογούμαι απ' οψές; Αν ήθελες να πας πάλι στον Άη Θωμά.

Σωκράτης Κάθε άλλο, φίλε μου· και έχω ίσα ίσα επαρκή λόγον, που με ενθαρρύνει να μη φοβούμαι· διότι και αυτοί οι ίδιοι, αν θέλης να ξέρης, ήσαν προχωρημένοι πλέον εις την ηλικίαν, όταν επεδόθησαν εις την καλλιέργειαν αυτής της τέχνης, της εριστικής, που τόσον επιθυμώ να την μάθω και εγώ· πέρυσι ή προπέρυσι δεν είχαν ακόμη αποκτήση αυτήν την σοφίαν.

Και όμως εγώ και τιμήν λαμβάνω εξ αιτίας μιας τοιαύτης επιχειρήσεως και ολιγώτερον παντός άλλου φοβούμαι· όχι διότι δεν θεωρώ ως επίσης καλόν πολίτην εκείνον, όστις φείδεται της ζωής του ή της περιουσίας του· διότι ούτος προ πάντων, διά το ίδιον αυτού συμφέρον, επιθυμεί την ευτυχίαν της πόλεως.

ΠΡΟΣΠ. Ο Δούκας του Μιλάνου και η καλύτερη θυγατέρα του ημπορούσαν να σ' αποστομώσουν, αν ήταν τώρα καιρός. Πρώτη ματιά κ' επαίξανε τα μάτια του! — Άριελ, αξιόλογο πνεύμα, για τούτο θα σου χαρίσω την ελευθερία! — Ένα λόγο, κύριε, — κάπως έβλαψες τον εαυτό σου, φοβούμαι·ένα λόγο, κύριε.

Ήθελα να τον έβλεπα τώρα όπου είμαι εις καλήν διάθεσιν. — Βέβαια, απεκρίθη ο μικρός Κλώσος. Η μαγισσά μου κάμνει ό,τι και αν επιθυμήσω. Δεν είναι αλήθεια; Και επάτησε τον σάκκον διά να τρίξη το δέρμα. — Μου λέγει ναι! Αλλά είναι άσχημος ο διάβολος και καλλίτερα να μη τον ίδης. — Ω! δεν φοβούμαι· ωσάν τι να ομοιάζη; — Θα είναι απαράλλακτος καλόγηρος.

Ω ταλαίπωρε Αμπουλβάρη, έλεγα, εις τι κακά η τύχη σου σε ρίχνει! τι είνε το φταίξιμόν σου, που σε παιδεύει με τούτον τον τρόπον, μα διατί να κλαίωμαι εις μίαν δυστυχίαν, που ο ίδιος την εσυναπάντησα; δεν έπρεπεν εγώ να πιστεύσω εκείνον τον παράνομον ειδωλολάτρην, που με επλάνεσε με τα γλυκά του λόγια και ταξίματα, και με τα μεγάλα του χάδια που έπρεπε να φοβούμαι· και αν ήθελα έχει ολίγην διάκρισιν ή λογικόν, δεν ήθελα δοθή με τόσην ευκολίαν εις την θέλησίν μου· ω ανωφελής μετανόησις· τι μου αχρήζει εις αυτήν την κατάστασιν να αποδίδω το αίτιον εις τον εαυτόν μου; ετούτο, απ' ό,τι καταλαμβάνω ήτον γραμμένον να μου συμβή, και εξ ανάγκης έπρεπε να πέσω εις τούτην την άβυσσον· και η ίδια δύναμις που με έρριξεν εδώ, ημπορεί και να με ελευθερώση.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ Οσρίκε φίλε, δώσε τους τα ξίφη. — Αμλέτε ανεψιέ μου, ηξεύρεις πως έχομε βάλη το στοίχημα; ΑΜΛΕΤΟΣ Καλώς το ηξεύρω, Κύριέ μου· ετέθ' η διαφοράτο μέρος του αδυνάτου από την χάριν σου. ΒΑΣΙΛΕΑΣ Ποσώς δεν το φοβούμαι· σας είδα και τους δύο· πλην ο αντίπαλός σου επρόκοψε από τότε και δι' αυτό να γίνη έπρεπε η διαφορά. ΛΑΕΡΤΗΣ Πολύ βαρύ 'ναι τούτο· δώστε μ' άλλο να ιδώ.