Και ο συνετός Τηλέμαχος του απάντησε με θάρρος• 75 κ' η ίδια Αθήνη του 'βαλε το θάρροςτην καρδία, για τον πατέρα, 'που 'λειπεν, όπως τον ερωτήση, και όπωςτον κόσμον εύμορφη τον περιλάβη φήμη.

Πες μου λοιπόν και μην αργείς ν' ακούσω τη γενιά σου, Για να με κάμης γνώριμον και φίλον της καρδιάς σου. Ο Ποντικός με σοβαρά, σκυφτά τα βλέμματά του, 75 Περήφανα απεκρίθηκε σ' αυτό το ρώτημά του. Το γένος μου, κυρ Μπάκακα, παντού είναι φημισμένο, Και από ζώα, και πουλιά, και αθρώπους γνωρισμένο.

Πώς τ' άστρο φαίνεται που ο γιος του Κρόνου σφεντονίζει, 75 κι' είναι σημάδι ή σε λαό πολύστρατο ή σε νάφτες, λαμπρό, και σπίθες άπειρες στο δρόμο του σκορπάνε· σαν τέτιο αστέρι χύθηκε κι' αφτή ίσια προς τον κάμπο, κι' έπεσε ανάμεσα στους διό.

«Αγαπητέ, θεώρησε, γλυκέ μου Νεστορίδη, 'ς τα δώματα τ' αχόλογα πως ο χαλκός αστράφτει, ο ήλεκτρος, το μάλαμμα, ο ελέφαντας, τ' ασήμι• όμοιατον Όλυμπο, θαρρώ, θε να 'ναι η αυλή του Δία• αμίλητα 'ναι, είναι πολλά• θαυμάζ' όσο τα βλέπω». 75

75. | Διά τούτο και οι μηροί και αι κνήμαι, τα ισχία, τα οστά των βραχιόνων και πήχεων, και πάντα τα άλλα όσα είναι άνευ αρθρώσεων, και όσα εντός ημών δι' ολιγότητα ψυχής εις τον μυε- λόν είναι κενά νοήσεως, πάντα ταύτα είναι πλήρη σαρκών· όσα δε έχουσιν εντός αυτών νόησιν, έχουσιν ολίγας σάρκας, εκτός εκεί όπου ο Θεός συνέστησεν ούτω σάρκα τινά, ίνα υπάρχη αυτή καθ' εαυτήν όργανον αισθήσεων, καθώς είναι η γλώσσα.

Τότε απ' την Ίδα ο Δίας 75 μπουμπούνισε άγρια, κι' αστραπή σφεντόνισε αναμένη προς τον στρατό των Αχαιών· κι' εκείνοι σαν την είδαν, κέρωσαν όλοι, και χλωμή τους έκοψε τρομάρα.

Είπε, κι' εκείνοι χάρηκαν, οι παινεμένοι Αργίτες, που ξείπε πια ο λιοντόκαρδος γιος του Πηλιά το πείσμα. 75

Και σε ξορκίζω, αχ δώσ' μου εδώ το χέρι σου· τι πάλι 75 πια δε γυρνώ απ' τα τρίσβαθα, μιας και με φαν οι φλόγες. Πια δε θα κάτσουμε όπως πριν χώρια απ' τους άλλους φίλους να λογαριάσουμε όλα οι διο, μον με κατάπιε εμένα δράκαινα η μοίρα πούλαχα σα με γεννούσε η μάννα. Όμως κι' εσένα θεϊκέ, σου γράφτηκε, Αχιλέα, 80 κάτου απ' της Τριάς να σκοτωθείς τ' ορθοχτισμένο κάστρο.

Με τέτοια λόγια θέλησα να τους καταπραΰνω. 70 εκείνοι έμειναν άφωνοι, και απάντησε ο πατέρας• «γκρεμίσου ευθύς απ' το νησί, όνειδος των ανθρώπων. τι κρίμα τώχω να δεχθώ ή να ξεπροβοδήσω άνδρα, 'που οι μάκαρες θεοί μισούν και κατατρέχουν• γκρεμίσου, αφού 'δω σ' έστειλεν η οργή των αθανάτων». 75 είπε και μ' έδιωξεν ευθύς, κ'εγώ βαρειά βογγούσα.

Να, σούγινε απ' το Δία η χάρη έτσι απαράλλαχτα σαν που τα χέρια απάνου 75 σήκωσες πριν και δέουσουν, να στρυμωχτούν στα πλοία μ' άσκημα χάλια οι Δαναοί και να σε κράζουν όλοι