Όταν έλθη η ώρα και ανοίξουν τα πέταλα, τότε εμφανίζεται το ρόδον νεάνιδαν και αμίαντον πλήρες μυστικής ευωδίας. Όταν έλθη η ώρα και μνηστευθή η κόρη, τότε εμφανίζεται η ωραία παρθένος εις τον κόσμον, αθέατος και άγνωστος πρότερον, με τα μαύρα της μάτια και τα πλούσια μαλλιά της, με το λευκόν κολόβιόν της και τας χρυσάς εμβάδας της. — Να μη βασκαθή! έλεγον αι γειτόνισσαι.

Προ τριών ετών κατά πρώτον είδον αι γειτόνισσαι ν' αναιβοκαταιβαίνη την σαθράν ξυλίνην κλίμακα της μικράς οικίαςκαλυβίου μάλλοντης συνεχομένης μετά του φούρνου, νεάνιδα εύμορφον, με μαύρα μάτια, με μαύρα πολλά και μακρυά μαλλιά, εικοσιδύο ετών κορίτσι, μετά χάριτος φέρον την λαδιάν μανδήλαν και το λευκότατον κολόβιον, 'σαν το χιόνι άσπρο και το κορίτσι και το κολόβιον, ενώ επιχαρίτως οι λεπτοκαμωμένοι πόδες της ωραίας κόρης φέροντες παλλεύκους περικνημίδας έσυρον κομψώς τας κεντητάς εμβάδαςτης κουντούρεςβροντώσας φαιδρώς επί των μισοσπασμένων βαθμίδων της σαθράς κλίμακος.

Η αδελφή Σιξτίνα ήτο μία εκ των γυναικών εκείνων, αίτινες ομοιάζουσι καθ' όλα με την χελώνην, αν υποθέσωμεν ότι το κολόβιον δύναται προσφυώς να παραβληθή με το καυκίον, όπερ δεν είνε απίθανον. Όλην την ζωήν της είχε προσπαθήσει να μάθη την τέχνην του να κρύπτη τους λογισμούς της, όπως κρύπτει η χελώνη την κεφαλήν και τα κώλα.

Λες για τα δικά μου χέρια πως είνε τρυφερά; είπε μετά διακριτικού παραπόνου ο Μαθιός. — Τότε έρχεσαι να κάμουμε πανιά, καθώς λέει και το τραγούδι; επρότεινε παιγνιωδώς η νεαρά γυνή. — Με τι; Και ακουσίως εκύτταξε το πάλλευκον κολόβιόν της. Η Λιαλιώ εγέλασε και ακούμβησεν εκ νέου εις την πρύμνην.

Εν τω μεταξύ εκείνη είχε γείνει άφαντος από τον εξώστην, και μετ' ολίγας στιγμάς επρόβαλε, με το λευκόν κολόβιόν της στίλβον εις το φως της σελήνης, από την βορεινήν γωνίαν της οικίας, κατερχομένη εις τον αιγιαλόν. Ο νέος την είδε και ησθάνθη χαράν μετά φόβου. Έπραττε σχεδόν ασυνειδήτως. Δεν ήλπιζεν ότι θα ήτο ικανή να το κάμη. Εκείνη, μη αγαπώσα να εκφράση τους ενδομύχους λογισμούς της, είπεν·

Μεθ' ο έλαβε θερμόν ακόμη εκ της προσψαύσεως του χρωτός το πάλλευκον κολόβιον της νεαράς γυναικός, και το προσήρτησεν επί της δευτέρας κώπης, ως πανίον. Η Λιαλιώ έμεινε με το μεσοφούστανον, κοντόν έως τας κνήμας, λευκόν όσον και το κολόβιον, και με τας λευκάς περικνημίδας, υφ' ας εμάντευέ τις τας τορνευτάς και κομψάς κνήμας, λευκοτέρας ακόμη.

Εάν η ποίησις παρά τω προνομιούχω συγγραφεί μας είνε κόρη αθώα, λευκή ως το κολόβιον του Χρυσού του εις το φετεινόν πρωτοχρονιάτικο διήγημά του ο «Μπάρμπα-Δήμαρχος», αλλ' η τέχνη αυτού είνε γυνή αρτία, μεγαλοπρεπής, ανδριάς κολοσσαίος Ήρας, ως παρίσταται εν τω Μουσείω της Νεαπόλεως.

Αλλ' η Λιαλιώ τον απήλλαξε του κόπου της αναζητήσεως του μέσου. Εσηκώθη, έκυψε χαριέντως, διά ταχείας χειρονομίας έβγαλε το λευκόν, πολύπτυχον κολόβιόν της, και το έτεινε προς τον Μαθιόν. — Ετοίμασε συ το κατάρτι, είπεν.