Επρόσταξεν ύστερα και του έφεραν το σανρτάτζιον διά να παίξη κάμνοντάς μου νόημα αν ηξεύρω να παίξω· και εγώ εφίλησα την γην, έβαλα το χέρι μου επάνω εις την κεφαλήν μου διά να δείξω πώς δέχομαι την τιμήν να παίξω μαζί του· και μου εκέρδισεν αυτός το πρώτον παιγνίδι· του εκέρδισα και εγώ το δεύτερον και τρίτον και καταλαμβάνοντας εγώ ότι τούτο του έδιδε κάποιαν ενόχλησιν εσύνθεσα ευθύς ένα τετράστιχον και του το παρουσίασα εις το οποίον έδειχνα ότι δύο δυνατά στρατεύματα την ημέραν επολεμούσαν με μεγάλον θυμόν και την νύκτα επερνούσαν με αγάπην και ησυχίαν αναμεταξύ των· ο βασιλεύς απορούσεν εις τόσα τεράστια που έβλεπεν εις μίαν μαϊμούν.

Τις εγώ ο νομίσας ότι ήσαν εις την εξουσίαν μου της φύσεως τα μυστήρια; Ότε είδα την ωχρότητα του θανάτου εις το πρόσωπόν της και ήκουσα τους τελευταίους βιαίους παλμούς της καρδίας της, τότε συνησθάνθην την φρίκην του έργου μου και απηλπισμένος έτρεξα και ερρίφθην εις την θάλασσαν. Διατί με έσωσαν; Διατί δεν με αφήκαν να αποθάνω; Τι εκέρδισα ζων;

Και όταν εγύρισα εις την πατρίδα το έφερα αυτό το ποσόν και το έδωκα εις τον πατέρα μου, ώστε εκείνος και οι άλλοι συμπολίται τα έχασαν και έμειναν έκπληκτοι. Και εν γένει εγώ σχεδόν νομίζω ότι μόνος μου εκέρδισα περισσότερα παρά δύο άλλοι σοφισταί μαζί, οποιοιδήποτε και αν είναι. Σωκράτης.

ΜΙΝ. Λοιπόν έκαστος ιδιαιτέρως ας ομιλήση, συ δε πρώτος ο Αφρικανός έχεις τον λόγον. ΑΝ. Τούτο, ω Μίνω, εκέρδισα εδώ κάτω ότι έμαθα και την Ελληνικήν γλώσσαν, ώστε ουδέ κατά τούτο δύναται ούτος να με υπερβάλη.

Και μισεύοντες από εκεί αράξαμεν και εις άλλα διάφορα νησιά, πωλούντες και αγοράζοντες με μεγάλον κέρδος. Τέλος πάντων εφθάσαμεν εις Βαλσύραν, έπειτα εις Βαβυλώνα και εκέρδισα τόσα, που δεν ήξευρα τον αριθμόν τους· από τα οποία εμοίρασα πολλά εις ελεημοσύνας, και ανεπαύθηκα συγχαιρόμενος με τους φίλους μου.

Πιε, αν θέλης, και μίαν παραπάνω εις την τύχην μου. Ξεύρεις, εκέρδισα σήμερα τον πρώτον λαχνόν. — Το ήξευρα! απαντά σοβαρός ο ιθύντωρ της κοινής γνώμης, και απέρχεται υπόπτερος. Η κυρία Πηνελόπη, ην αφήκαμεν μόνη προ μικρού, λαμβάνει έν μυθιστόρημα, κάθηται νωχελώς επί του ανακλίντρου και αναγινώσκει. Αλλ' αναγινώσκει μηχανικώς, χωρίς σχεδόν ν' αντιλαμβάνεται. Ο νους της είνε αλλού.

Ακόμη δε προηγουμένως από αυτούς ο Πρωταγόρας. Ιππίας. Έχεις δίκαιον, Σωκράτη μου, διότι δεν γνωρίζεις τον καλλίτερον ως προς αυτό. Διότι, αν εγνώριζες πόσον χρήμα εκέρδισα εγώ, θα απορούσες.

Ήτο υποκριτής άνθρωπος, Διογένη, και πανούργος• και τούτο εκέρδισα από την σοφίαν του, ότι λυπούμαι, ως διά την απώλειαν μεγίστων ευτυχημάτων, δι' εκείνα τα οποία, ανέφερες προ ολίγου. ΔΙΟΓ. Ξέρεις τι πρέπει να κάμης; Θα σου συμβουλεύσω ένα φάρμακον κατά της λύπης.

Εσκέπτετο ότι και αυτός, αν δεν εδαπάνα την νεότητά του εις αγόνους και σκαιάς επιχειρήσεις, θα ηδύνατο να είναι πατήρ, και να έχη εις το γήρας του μικράν κόρην, οία αύτη, ήτις θα ήτο η παραμυθία του. — Τώρα δε τι εκέρδισα; έλεγεν. Ηκολούθησα όλην την ζωήν μου τον Γάρμπον, όστις μ' εδίδαξε να καταφρονήσω όλα τα επίγεια, χωρίς να κερδίσω τα ουράνια τουλάχιστον.

Και τότε; τι εκέρδισα; Διά να καταπέση ανάγκη εκ παραλλήλου και ταυτοχρόνως να προβή και των δύο πασσάλων η φθορά. Και τότε; Τότε υπό το βάρος μου θα συντριβή και θα πέση μίαν νύκτα ο εξώστης, και λήγει το μαρτύριον! Θα μεταβάλω θέσιν επί του εξώστου. Θα τοποθετήσω το προσκέφαλον εκεί όπου μέχρι τούδε ήσαν οι πόδες μου. Παραβαίνω μήπως την δοθείσαν υπόσχεσιν; Όχι.