Και πάλιν, όστις προσπαθεί να εκβιάση ελευθέραν γυναίκα ή παίδα χάριν ασελγείας, ας φονευθή χωρίς αντίποινα από τον προσβληθέντα διά της βίας και από τον πατέρα του ή τους αδελφούς του ή τους υιούς του. Και εάν ο σύζυγος συλλάβη την νόμιμον σύζυγόν του, όταν εκβιάζηται, αν φονεύση τον εκβιαστήν της, ας είναι καθαρός συμφώνως με τον νόμον.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ας με φονεύση όστις από σας με αγαπά. Α’. ΦΥΛΑΞ. Όχι εγώ. Β'. ΦΥΛΑΞ. Ούτ' εγώ. ΔΕΡΚΕΤΑΣ. Ο θάνατος και η τύχη σου τρέπουν εις φυγήν τους οπαδούς σου. Αρκεί μόνον να δείξω εις τον Καίσαρα το ξίφος τούτο και να του φέρω την αγγελίαν, διά ν' αποκτήσω την εύνοιάν του. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Πού είναι ο Αντώνιος; ΔΕΡΚΕΤΑΣ. Εκεί, Διομήδη, εκεί. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ζη; δεν αποκρίνεσαι, ω άνθρωπε;

Θα απέθνησκα ούτω τουλάχιστον με την ιδέαν ότι μένει εκείνος ο οποίος θα μ' εκδικηθή. Τώρα αποθνήσκω άτεκνος και ουδέ φονέα ευρίσκω διά να με φονεύση. Και ενώ έλεγε ταύτα συγχρόνως, εβύθιζε το ξίφος εις το στήθος του τρέμων και μη έχων δύναμιν, έχων την απόφασιν, αλλ' όχι και την δύναμιν να εκτελέση την απόφασίν του.

Το να φονεύση κανείς ένα προδότην είναι ευχαρίστησις, αλλ' εάν ο Γλαύκος δεν ήτο ένοχος; Δεν θα ήτο καλλίτερον αν κατεδικάζετο εις θάνατον υπό των αρχηγών μας, δηλαδή του επισκόπου μας και του Αποστόλου;

Λέγουν ότι ο Αμλέτος διστάζει να φονεύση τον Κλαύδιον, αλλά κάνεις δεν εξηγεί τι θα εσήμαινε, ποίον σκοπόν θα είχε τοιούτος φόνος, ποίαν σχέσιν θα είχε προς την κοσμικήν τάξιν. Ο λογισμός, λέγουν, εμποδίζει την ενέργειαν, δηλαδή θέλουν ο Αμλέτος να αναιρέση το αληθές αξίωμα ότι «πράξις μη προερχομένη από την ενδόμυχον της ψυχής πεποίθησιν δεν δύναται ποτέ να ήναι ορθή και γνησία».

Αν δε εγώ, όταν είδα την γυναίκα μου, εκρατήθην και δεν την εσκότωσα, έκαμα φρόνιμα. Ήθελα και συ να μην είχες φονεύση τον Φώκον, τον αδελφόν σου. Αυτά τα είπα προς χάριν σου και όχι από οργήν. Εάν συ, παραφέρεσαι, αυτό οφείλεται εις το ότι συ έχεις μεγαλυτέραν την γλώσσαν, εγώ όμως θεωρώ κέρδος μου την φρόνησιν.

Ο Οτάνης, μάρτυς της καταστροφής ταύτης, ενθυμήθη τας διαταγάς τας οποίας τω έδωκεν ο Δαρείος αποστέλλων αυτόν, να μη φονεύση κανένα, να μη δουλώση κανένα και να αποδώση την νήσον εις τον Συλοσώντα αβλαβή· τας ενθυμήθη και συγχρόνως τας ελησμόνησε· διέταξε λοιπόν τον στρατόν να φονεύση πάντα ον ήθελε συλλάβει, άνδρα ή παιδίον.

Ούτω δε την πορείαν πατρός και υιού διά του χωρίου συνώδευεν η βοή εκείνη των αγρίων υλακών και επηύξανε την σύχισιν του Μανώλη, όστις αρπάσας πέτραν μεγάλην, την έρριψεν ως ωργισμένος Τιτάν κατά των σκύλων. Ταποθαμένα σας! να μάςε φάτε θέτε; Αλλ' αντί των σκύλων, ολίγον έλειψε να φονεύση ένα γέροντα θερμαίνοντα εις τον ήλιον τους ρευματισμούς του.

Τοιαύτη είναι η διδομένη εις αυτά τροφή. Εάν τις φονεύση εκουσίως κανέν εκ των ζώων τούτων τιμωρείται με θάνατον· εάν δε το φονεύση ακουσίως, πληρόνει πρόστιμον το οποίον ορίζουσιν οι ιερείς. Όστις φονεύση εκουσίως ή ακουσίως ίβιν ή ιέρακα, ανάγκη να θανατωθή.

Ανέβη τις εις την ακρόπολιν διά να φονεύση τον τύραννον• και αυτόν μεν δεν εύρε• φονεύσας δε τον υιόν του αφήκε το ξίφος εις το σώμα του. Έπειτα ήλθεν ο τύραννος και ιδών τον υιόν του νεκρόν εφονεύθη με το αυτό ξίφος. Ο ανελθών και φονεύσας τον υιόν του τυράννου ζητεί αμοιβήν ως τυραννοκτόνος.