Αυτός άφησε μίαν γυναίκα χήραν και δύω υιούς να κλαίουν την ορφάνιαν ενός αγαθού πατρός. Τον πρώτον του υιόν αφού τον επρόκοψεν αρκετά εις τον δρόμον της σπουδής και της αρετής, ζων ακόμη, τον έστειλεν εις Ναύπλιον να συναγωνισθή με τους άλ- λους ομογενείς του. Όσοι εγνώριζαν τον Βηλαρά, όλοι ήσαν ομόφωνοι διά την πολυμάθειάν του.

Μετά τούτο μοι είπον οι ιερείς ότι ο βασιλεύς ούτος κατέβη ζων όπου οι Έλληνες υποθέτουσιν ότι είναι ο άδης, ότι εκεί έπαιζε τους κύβους με την Δήμητρα, ότι άλλοτε μεν την ενίκα, άλλοτε δε ηττάτο υπ' αυτής, και ότι λαβών παρ' αυτής δώρον χειρόμακρον χρυσούν, ανέβη πάλιν εις την γην.

Κατά τον αυτόν τρόπον κατασκευάζουσι και τα μεγάλα πλοία και τα μικρότερα. Τα μέγιστα χωρούσι φορτίον πέντε χιλιάδων ταλάντων. Εις έκαστον πλοίον υπάρχει είς όνος ζων, εις δε τα μεγαλείτερα υπάρχουσι περισσότεροι.

Ο ζων εις τοιούτον πλούτον, τρυφήν και πολυτέλειαν απόλυτος μονάρχης των Περσών δεν εφρόντιζεν ούτε περί της δυστυχίας του λαού του, ο οποίος τόσα υφίστατο βάρη ένεκα του πολέμου, ούτε περί της καταστροφής του στρατού του, ενόσω υπήρχαν άνθρωποι δουλεύοντες αυτόν.

Αλλ' αυτή κυττάζοντάς με με χαρωπόν πρόσωπον μου λέγει με ένα πλαστόν χαμόγελο· παύσε τον θυμόν σου· και ευθύς είπε κάποια λόγια που εγώ δεν τα εκατάλαβα· ύστερα λέγει μεγαλοφώνως· διά μέσου της μαγικής μου ενεργείας, σε προστάζω ευθύς να γίνης ο μισός μάρμαρον και ο μισός να μείνης άνθρωπος, και ευθύς έγινα ως με βλέπεις, και ευρίσκομαι τώρα νεκρός εις τους ζωντανούς και ζων εις τους νεκρούς· και αφού με μετεμόρφωσεν εις την τέτοιαν αξιοθρήνητον κατάστασιν η θηριώδης μάγισσα, με άλλην ενέργειαν της μαγείας της με μετετόπισεν εδώ.

Ρίψας τα αργύρια εντός του Ναού, όπου εκείνοι οι ανίεροι εκάθηντο, και όπου αυτός ο βέβηλος δεν ηδύνατο να εισέλθη, έτρεξεν εις την άπελπιν μόνωσιν, εξ ης δεν ήτο προωρισμένος να επανέλθη ζων. Εκεί εκρεμάσθη, και η παράδοσις δεικνύει ακόμη εν Ιερουσαλήμ το έρημον, φασματώδες, ανεμόπληκτον δένδρον, το οποίον καλείται το Δένδρον του Ιούδα.

Και τότε, το επάρατον δένδρον, με το ζων ανθρώπινον φορτίον του κρεμάμενον επ' αυτού εν ανηκούστω βασάνω, βραδέως ανυψώθη υπό βραχιόνων στιβαρών, και η βάσις τούτου ενεπάγη στερρώς εις οπήν βαθείαν εις το έδαφος εσκαμμένην. Οι πόδες μικρόν μόνον ανείχον από της γης.

Εγώ δε ζων μίαν μακράν ζωήν και απολαμβάνων τα ίδια και τα ίδια, τον ήλιον, το φως, την τροφήν, ενώ αι ώραι του έτους ήρχοντο και παρήρχοντο όμοιαι και τα γεγονότα επίσης, ως να ηκολούθουν το ένα το άλλο, εκορέσθην από αυτά• διότι η τέρψις δεν υπάρχει εις τα αυτά πράγματα πάντοτε, αλλά και εις το να στερήται κανείς μερικά. ΜΕΝ. Σωστά λέγεις, Χείρων.

Ο δε Μουσταφάμπεης είχεν αποκεφαλισθη εις τον καιρόν της εξόδου από τον ίδιον αδελφόν του, διά να μην συλληφθή ζων από τους Έλληνας, μη ων εις κατάστασιν να φύγη ομού με τους λοιπούς· την δε κεφαλήν του παρέδωκεν είς τινας των οικείων του διά να την λάβωσι μαζή των και να μη γενή γνωστός εις τους Έλληνας· αλλ' αυτοί μη δυνάμενοι, φαίνεται, να την διασώσωσι, την έρριψαν καθ' οδόν, όπου την εύρον οι στρατιώται οι οποίοι την μετεκόμισαν εις τον Καραϊσκάκην.

Αυτός άφησε μίαν γυναίκα χήρα, και δύω υιούς να κλαίουν την ορφάνιαν ενός αγαθού πατρός. Τον πρώτον του υιόν αφού τον επρόκοψεν αρκετά εις το δρόμον της σπουδής και της αρετής, ζων ακόμι, τον έστειλεν εις Ναύπλιον να συναγωνισθή με τους άλλους ομογενείς του. Όσοι εγνώριζαν τον Βηλαρά, όλοι ήταν ομόφωνοι δια την πολυμάθειάν του.