Ακολούθως μετά το λιτόν σαρακοστιανόν, το οποίον έφαγον καθ' ομάδας καθίσαντες οι διάφοροι προσκυνηταί εδώ κ' εκεί επί των χόρτων και των ερειπίων, ο Φραγκούλης ητοίμασεν ιδιοχείρως ξύλινον σήμαντρον πρόχειρον κατά μίμησιν εκείνων τα οποία συνηθίζονται εις τα μοναστήρια, και φέρων τρεις γύρους περί τον ναόν, το έκρουσε μόνος του, πρώτον εις τροχαϊκόν ρυθμόν: «τον Αδάμ, Αδάμ, Αδάμ!», είτα εις ιαμβικόν: «το τάλαντον, το τάλαντον

Φρονώ λοιπόν ότι το πάλαι τοιούτος τις κόλπος πρέπει να ήτο και η Αίγυπτος, φέρων μέχρι της Αιθιοπίας τα ύδατα της βορείου θαλάσσης , ενώ ο της Αραβίας, περί ου ωμίλησα, έφερε μέχρι της Συρίας τα ύδατα της νοτίου θαλάσσης · αμφότεροι γείτονες, ανοίγοντες μυχούς αντιθέτους και μόλις χωριζόμενοι απ' αλλήλων.

Ο αγαθός Μυκόνιος, όστις αντιπροσώπευε την Αγγλίαν φέρων επί κεφαλής χρυσοστόλιστον κ α σ κ έ τ ο ν, υπεσχέθη να στείλη εις Σμύρνην την επιστολήν και να καταβάλη πάσαν περί των σκούφων φροντίδα.

Ότε δε επήλθεν η οριστική επικράτησις περί το δειλινόν, οι ολιγαρχικοί, φοβηθέντες μήπως σύσσωμος ο λαός επελθών καταλάβη τον λιμένα και αποκτείνη αυτούς, ενέπρησαν τας οικίας, αι οποίαι ήσαν περί την αγοράν και τας συνοικίας διά να προφυλαχθούν από την έφοδον, μη φεισθέντες μήτε των ιδίων μήτε των αλλοτρίων, ούτως ώστε και πολλαί πραγματείαι εμπόρων κατεκάησαν και η πόλις εκινδύνευε να αποτεφρωθή όλη, εάν εσηκώνετο άνεμος φέρων τας φλόγας προς αυτήν.

Έρχομαι λοιπόν φέρων εις υμάς την δημοκρατίαν και κηρύττω εις όλους να αναθαρρήσουν και αναγγέλλω την επάνοδον της ελευθερίας. Και τώρα απολαύσετε τους καρπούς των έργων μου.

Λίχας ο Αρκεσιλάου, πρόξενος των Αργείων, φθάνει εκ μέρους των Λακεδαιμονίων φέρων εις το Άργος δύο προτάσεις, την μεν εν περιπτώσει καθ' ην οι Αργείοι ήθελαν να πολεμήσουν, την δε εάν εδέχοντο να κλείσουν ειρήνην. 77. «Απεφασίσθη υπό της εκκλησίας των Λακεδαιμονίων να συμβιβασθούν μετά των Αργείων υπό τους εξής όρους.

Νωπόν έτι και δριμύ φέρων εις τον ώμον του το άλγος του καύματος, επέταξεν ούτος εις το ενδιαίτημα της μητρός του, και κατεκλίθη εις έν ανάκλιντρον του θαλάμου της, αφού παρεκάλεσε πρότερον τον γέροντα Ασκληπιόν, εις ον εξεμυστηρεύθη τα πράγματα επί υποσχέσει εχεμυθίας, να του δώση πρόσφορον αλοιφήν διά την πληγήν του.

Είς τινας στιγμάς, ηγείρετο άνεμος φέρων από τους Δυσώσεις Λάκκους την φοβεράν δυσωδίαν των αποσυντιθεμένων πτωμάτων, τα οποία ενεταφίαζον σχεδόν εις την επιφάνειαν της γης. Ο Πετρώνιος, ο Βινίκιος και ο αγροφύλαξ επλησίασαν εν σιγή προς τον λοφίσκον ανησυχούντες.

Μετά το τέλος του μνημοσύνου ο ιερεύς φέρων την στολήν του, κρατών λαμπάδα και θυμιατόν, εξήλθε του ναού και κατόπιν αυτού η συμπαθής καλογραία, ήτις, μετά λύπης παρετήρησα ότι ην χωλή η δυστυχής, μετά δεινού κόπου σύρουσα τον έτερον των ποδών της, υποβασταζομένη περιπαθώς υπό του νεαρού ζεύγους των συζύγων.

Όγκος μέλας ως καθεύδουσα προβατίνα εξεδιπλώθη τότε, κ' εξήλθεν εις την ξηράν άνθρωπος υψηλός, μαύρος, πένθιμος, φέρων βαρείαν θεσσαλικήν χλαίναν, περικνημίδας και υποδήματα καλογηρικά. Το επίμηκες πρόσωπόν του ωμοίαζε προς πρόσωπον αμνάδος, αλλ' υπό τας πυκνάς οφρύς ουδέ ίχνος οφθαλμού διεφαίνετο πλέον.