Αχ! αυτό στενοχωρεί όλην μου την καρδίαν. — Και όμως, το να παρανοούμεθα είναι η τύχη όλων μας. Αχ! πού εχάθη η φίλη της νεότητας μου! αχ! πού την εγνώρισα ποτέ! — θα έλεγα είσαι μωρός· ζητείς ό,τι δεν ευρίσκεται εδώ κάτω. Αλλά την είχα· αισθάνθηκα την καρδίαν, την μεγάλην ψυχήν, που εμπρός της εφαινόμην ότι είμαι πλέον ή ό,τι ήμουν, διότι ήμουν ό,τι ηδυνάμην να είμαι.

Και αν θησαυρόν της αδικιάςτης γης τα σπλάχνα έχεις κρύψη, όταν ζούσες, — ότι ακόμη τούτο σας κάμνει, ω Πνεύματα, να νεκροπερπατήτε, ως λέγουν, — α! φανέρωσέ το· στάσου· ομίλει! Σταμάτησέ το, Μάρκελλε. ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ Θα το κτυπήσω με την λόγχην μου; ΟΡΑΤΙΟΣ Κτύπα το, αν δεν σταματήση. ΒΕΡΝΑΡΔΟΣ Είν' εδώ! ΟΡΑΤΙΟΣ Είν' εδώ! ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ Εχάθη!

Διά να είπη όμως αυτά η σακκορράφα ετεντώθη τόσον, ώστε εξεκαρφώθη από το μανδήλι και έπεσεν εις τον νεροχύτην, όπου η μαγείρισσα εξέπλυνε τα πινάκια. — Και τώρα! είπεν η πτωχή σακκορράφα. Τώρα; Καλόν κατευόδιον! Φθάνει μόνον να μη χαθώ. Και πραγματικώς εχάθη, και με τα ακάθαρτα νερά κατήντησεν από τον νεροχύτην να ευρεθή εις το αυλάκι τον δρόμου. — Είμαι παραπολύ καλή διά τον κόσμον, έλεγεν.

Μετ' ολίγον ο ήλιος εχάθη υπό τον ορίζοντα, η επιχρύσωσις εσβέσθη, η ποικιλία των ουρανίων χρωμάτων βαθμηδόν εξηλείφθη, και σοβαρά μελαγχολία εκάλυψεν άπασαν την φύσιν. — Τοιουτοτρόπως, μας είπε τότε ο γέρων, έδυσε και το λαμπρόν άστρον της αρχαίας Ελλάδος, και μετ' αυτού εσβέσθη επί του Ελληνικού ορίζοντος και ο πολιτισμός, και η σοφία, και η αρετή, και η ελευθερία, και η δόξα.

Πώς λοιπόν εχάθη; Άραγε δεν αξίζει τον κόπον να εξετάσωμεν, ποία άραγε τύχη κατέστρεψεν έν τοιούτον σύστημα; Πολύ ολίγον βεβαίως θα ήξιζε να ερευνά κανείς άλλο μέρος ή άλλους νόμους και πολιτεύματα διά να ιδή ότι διασώζουν καλά και σπουδαία πράγματα ή ότι αντιθέτως τα καταστρέφουν εντελώς, εάν δεν προσέξη εις αυτά.

Το πράγμα είναι καθ' εαυτό αξιοθαύμαστον, δεν λέγω το εναντίον• αλλά πολύ πλέον αξιοθαύμαστα είναι ο θαυμασμός και η απορία σας, διότι τόσον πολλούς Ρηγοπούλους βλέπετε καθ' ημέραν, ώστε έπρεπε να είσθε προ καιρού συνειθισμένοι εις τοιαύτα θαύματα . . . Το κατ' εμέ τους ανθρώπους τούτους τους σέβομαι, τους μακαρίζω, τους θαυμάζω ως σπάνια και περίεργα πλάσματα, των οποίων το είδος εχάθη από όλα τα άλλα μέρη του κόσμου και σώζεται εις μόνην την Ελλάδα.

ΑΡΙΕΛ. Σιμά τελείως, Κύριε μου. ΠΡΟΣΠ. Αλλ' εσωθήκανε. Άριελ; ΑΡΙΕΛ. Δεν εχάθη τρίχα.

Δεν λάβαμε, γυιε μ', προσέθηκε και η θεια-Αννούσα, προσφέρουσα τον καφέ. — Έχετε δίκαιον! είπεν ο Λαλεμήτρος. Το έστειλα με επιβάτην, ο οποίος εχάθη, εις ναυάγιον.

Αλλά ο αληθής λόγος των δισταγμών του, κρυμμένος εις τα βάθη της ψυχής του, ανομολόγητος, μένει πάντοτε μυστήριον διά τον νουν του Αμλέτου. Αντο εξής των λογισμών μου όλα τα βάθη δεν θα 'ναι φονικά, θα ειπώ 'πού ο νους μου εχάθη.

Όταν εγύρισα από το ταξείδι μου, ερεύνησα και ερώτησα τον υιόν μου, και διά την μητέρα του την σκλάβαν μου πού είναι. Μου απεκρίθη η γυναίκα μου, ότι η μεν σκλάβα απέθανεν, ο δε υιός σου έχει δύο ή τρείς σχεδόν μήνες, που εχάθη από το σπίτι χωρίς να ηξεύρη ούτε αυτή τι έγιναν.