Του εφαίνετο, ότι είχεν ακούσει τον θόρυβον συνδιαλέξεως, αλλ' όταν ήνοιξε τους οφθαλμούς, η Λίγεια δεν ήτο πλέον πλησίον του. Ο Ούρσος σκυμμένος προ της εστίας ανεκίνει την φαιάν τέφραν αναζητών ανημμένην ανθρακιάν, έπειτα υπεδαύλισε τα κάρβουνα και το φύσημα των πνευμόνων του είχε την δύναμιν φυσητήρος. Ο Βινίκιος του εφώναξεν: — Ε, δούλε!

Αλλ' ο ήρως εξελθών εις τον εξώστην, παρισταμένης εκ δεξιών της νεαράς και μυρτοστεφούς ηρωίδος, ελάλησεν εις το κοινόν διά μακρών, κρατών την σπάθην του διά της δεξιάς και ανημμένην λαμπάδα διά της αριστεράς, και εδήλωσε βροντωδώς, ότι προ των ομμάτων αυτών του περιεστώτος λαού ήθελε φονεύσει την νεάνιδα και πυρπολήσει διά πετρελαίου τον οίκον.

Είκοσιν έως εικοσιπέντε βλάχοι, ασκεπείς, με την λαμπάδα ανημμένην εις χείρας, εγονυπέτουν πέριξ του ιερέως, ο οποίος όρθιος εκίνει την λαμπάδα του άνω και κάτω, δεξιά και αριστερά, ψάλλων το «Χριστός ανέστη», καταλαμπόμενος υπό του φωτός, ως Θεός μέσω των αστραπών του Σινά.

Ότε οι δύο χωρικοί έφθασαν εκεί είχεν ανέλθει επί του λέβητος γέρων ιερεύς, υψηλός, ασκεπής, κρατών εις την δεξιάν χείρα χαρτίον επίμηκες και εις την αριστεράν ανημμένην λαμπάδα, χονδράν και κατάμαυρον. Δεξιά και αριστερά αυτού, κάτω ίσταντο τέσσαρες άλλοι ιερείς, ενδυμένοι ποικιλόχρωμα άμφια και κρατούντες επίσης μαύρας λαμπάδας εις τας χείρας.

Άλλως δε η θύρα του χωρίσματος τούτου ήτο από αμνημονεύτων χρόνων ερμητικώς κεκλεισμένη. Περί την δευτέραν ώραν της νυκτός, ενώ αι μοναχαί ανεγίνωσκον εν τω καθολικώ το απόδειπνον, η αδελφή Βεάτη εσκέφθη ότι δεν έπρεπε να χάση καιρόν, έλαβεν εκ του μαγειρείου δάδα ανημμένην και ανήλθε τα τρία πατώματα της &κόρδας&. Έφθασεν εις την θύραν του πυργοειδούς δώματος.