Δεν εκρατήθηκα περισσότερο. Έλειπεν ο πατέρας με τη σκούνα στο ταξείδι. Εμίσευε τότε και ο καπετάν Καλιγέρης ο θείος μου για τη Μαύρη θάλασσα. Του έπεσα στο λαιμό· τον επαρακάλεσε κ' η μάνα μου από φόβο μην αρρωστήσω· μ' επήρε μαζί του. — Θα σε πάρω, μου λέγει, μα θα δουλέψης· το καράβι θέλει δουλειά. Δεν είνε ψαρότρατα νάχης φαγί και ύπνο. Ετρόμαζα πάντα τον θείο μου.

Εκόντευα να διακόψω την ομιλίαν· διότι κανένας άλλος συλλογισμός δεν με δαιμονίζει τόσον, όταν μου παρουσιάζεται κανείς με ασήμαντον ρητορικόν τύπον, όταν εγώ ομιλώ εξ όλης μου της καρδίας. Εκρατήθηκα όμως γιατί συχνά ήδη το είχα ακούσει, και συχνά είχα αγανακτήσει, και του απήντησα με κάποιαν ζωηρότητα: Ονομάζεις αυτό αδυναμίαν! Σε παρακαλώ, μη εξαπατηθής από το φαινόμενον.

Τον έδερνε, τον εκλωτσούσε, τον άφινε νηστικόν τέλος μια νύχτα τον έπνιξε μεσοκάναλα κ' έφερεν από τη Μεσσήνα ένα κοπρόσκυλο που εβαριόταν και ν' αλυχτήση. — Μωρέ γιατί βλάμη; τον ρωτώ. — Έτσι· δεν τα θέλω τέτοια στο καράβι μου. Στο καράβι του! Δεν εκρατήθηκα περισσότερο. — Άκουσε, Λάμπρο· του λέγω. Εγώ δεν σ' έβαλα αφέντη εδώ μέσα· σ' έβαλα σύντροφο.

Τότε εγώ επήρα θάρρος και έσκυψα, αφού εκρατήθηκα από έν εκ των πλησίον δένδρων διά να μη ζαλισθώ και πέσω εις το χάσμα• και είδα όλο το εσωτερικόν του Άδου, τον Πυριφλεγέθοντα, την λίμνην, τον Κέρβερον και τους νεκρούς, ούτως ώστε ανεγνώρισα μερικούς εξ αυτών τον πατέρα μου τουλάχιστον είδα καθαρά και εφορούσε τα ίδια ενδύματα με τα οποία τον εθάψαμεν.

Και ιδού ότι εις αυτήν εδώ την φρικώδη ώραν της νυκτός, εν μέσω της νεκρικής σιγής της παλαιάς αυτής οικίας, τόσον παράδοξος ήτο ο ψίθυρος, ώστε μου επροξένησεν ακατανόμαστον τρόμον· εν τούτοις ολίγα λεπτά ακόμη εκρατήθηκα και δεν έβγαλα τσιμουδιά. Αλλά το τικ-τακ επεταχύνετο πάντοτε, πάντοτε. Εσκεπτόμην ότι η καρδιά θα εκραγή.