Ούτω τινές έχουσι παρατηρήση, ότι ενθυμούνται τα όνειρά των, εκείνοι λ.χ. οίτινες κατά τα παραγγέλματα της μνημονικής τέχνης δοκιμάζουσι να παραστήσωσιν εις εαυτούς τα όνειρά των. Ώστε είναι φανερόν ότι, ουχί πάσα παράστασις, την οποίαν έχομεν κατά τον ύπνον, είναι όνειρον, και ότι εκείνο το οποίον εννοούμεν τότε, το εννοούμεν διά της δόξης. 6.

Εξύπνησα εις ετούτα τα λόγια, και μία σύγχυσις, που δεν ημπορώ να την διηγηθώ, επλάκωσε το πνεύμα μου, και συνέλαβα από εκείνο το όνειρον ένα κακόν προμήνυμα· εστοχάσθηκα ότι η γυναίκα μου ευρίσκονταν συγχισμένη από κανένα τολμηρόν που έπασχε να μου αρπάξη την τιμήν μου, και ετούτος ο σκληρός στοχασμός μου, τον οποίον δεν ημπορούσα να εξαλείψω από το πνεύμα μου, μου επροξένησε μίαν βαθυτάτην μελαγχολίαν.

Η Κατηγέ επάνω εις αυτόν τον λόγον, ερχόμενον εις την ενθύμησίν της το όνειρον που είδεν εστοχάζονταν τον γέροντα με θαυμασμόν, και αγροικούσεν έσωθέν της, ότι η διήγησίς του άρχινούσε να την υποχρεώνη και να την κάνη να στέκεται με περισσότερη προσοχή να τον ακούη.

Δεν ήτο βάρος εκείνο, το φορτίον το ευάγκαλον, αλλ' ήτο ανακούφισις και αναψυχή. Ποτέ δεν ησθάνθην τον εαυτόν μου ελαφρότερον ή εφ' όσον εβάσταζον το βάρος εκείνο . . . Ήμην ο άνθρωπος, όστις κατώρθωσε να συλλάβη με τας χείρας του προς στιγμήν έν όνειρον, το ίδιον όνειρόν του . . . Η Μοσχούλα έζησε, δεν απέθανε.

ΜΙΚ. Λέγε. θα μου είνε τόσον ευχάριστον αυτό, ώστε αν μου έλεγε κανείς τι προτιμώ, να ακούσω αυτήν του την διήγησιν ή να ξαναδώ το γλυκύτατον τούτο όνειρον που έβλεπα προ ολίγου, δεν ξέρω τι θα προτιμήσω• τόσον εξ ίσου ευχάριστα μου φαίνονται και τα δύο και σου κάνω την τιμήν να σε εκτιμώ όσον και το πολυτιμότατον εκείνο όνειρον.

Αλλ' ενώ ονειρεύομαι ταύτα, αλλάσσει η οπτασία, οι οφθαλμοί εκείνοι κλείονται διά μιας, η λευκή όψις ωχριά, το βρέφος δεν αναπνέει, και την βλέπω νεκράν την μητέρα του, νεκράν καθώς την είδα, καθώς την βλέπω διαρκώς ενώπιόν μου έκτοτε! Ω, διατί, το όνειρον δεν επραγματοποιήθη! Διατί; Διότι αι κατηραμέναι μου χείρες εξωλόθρευσαν την ευτυχίαν μου.

Αίτιον δε της απάτης είναι, ότι τα πράγματα, οιαδήποτε είναι, όχι μόνον είναι αντιληπτά ενώ εξακολουθεί ο ερεθισμός του αισθητού αντικειμένου, αλλά και όταν αύτη η αίσθησις κινήται, αν η κίνησις αύτη είναι εξακολούθησις της διεγέρσεως υπό του αισθητού. * Δήλα δή είτε αναγνωρίζεται ως όνειρον, είτε είναι μίγμα αληθούς και ψευδούς εγρηγόρσεως και ύπνου.

Τώρα δε οπού και η δίκη έγινε και η εορτή του θεού με ημπόδιζε ν' αποθάνω, ενόμισα ότι έπρεπεν, εάν τυχόν το όνειρον με προστάττη να ενασχοληθώ εις την κοινώς λεγομένην μουσικήν, να μη δείξω απείθειαν εις αυτό, αλλά να το κάμω· διότι ασφαλέστερον ενόμισα ότι είναι να μη αναχωρήσω διά την άλλην ζωήν, προ του να αφοσιωθώ εις την ποίησιν ποιημάτων υπακούων εις το όνειρον.

Είχε και η Αρσινόη το όνειρόν της το νεανικόν, το οποίον προ πολλού εσβέσθη εντελώς και δεν υπάρχει εξ αυτού παρά τέφρα ψυχρά, την οποίαν δεν φοβείται. Τώρα, αντί του ονείρου εκείνου, απλούται ενώπιον αυτής η πραγματικότης η άνευ ονείρων, η ομαλή, η ατάραχος. Η εστία, ο καλός σύζυγος! Έν αχ! είς στεναγμός ανακουφίσεως και τώρα η λήθη, η τόσον ευεργετική.

Διότι μου συμβαίνει τοιούτον τι πράγμα· το ίδιον όνειρον κατά την περασμένην ζωήν μου επανελαμβάνετο πολλάς φοράς, άλλοτε φαινόμενον με μίαν και άλλοτε με άλλην μορφήν, και μου έλεγε τα ίδια· δηλαδή, Σώκρατες, να καταγίνεσαι εις την μουσικήν, δηλαδή τας ωραίας τέχνας, και να ενασχολήσαι εις αυτήν.