Καλλίτερε μου φίλε, ευγενικέ Τυβάλτη μου, ω νέε τιμημένε, να ζήσω μ' έμελε νεκρόν να σε μοιρολογήσω! ΙΟΥΛΙΕΤΑ Τι συμφορά είναι αυτή και τι ανεμοζάλη; 'Σκοτώθηκ' ο Ρωμαίος μου, κι’ απέθαν' ο Τυβάλτης; Κι ο ακριβός εξάδελφος, κι’ ο ποθητός μου άνδρας; Ας αντηχήση το λοιπόν Δευτέρα Παρουσία! Εάν απέθαναν κ' οι δυο, τότε ζωή πού μένει;

Αλλ' εις κόρην τίς δύναται να διηγηθή σοβαρά πράγματα; Η κόρη είνε κούφη ως το πτερόν, ελαφρά ως νεφέλη, ευαπάτητος και ευπαγίδευτος ως στρουθίον. Όταν αναφθώσιν αι δάδες του ιμέρου και αντηχήση ο ύμνος του υμεναίου, τότε το στρουθίον συνελήφθη εις την παγίδα, η κόρη υπερέβη τον ουδόν του βίου, και μετέστη από του προσκαίρου σταθμού εις την αληθή κονίστραν του εγκοσμίου αγώνος.

Προαισθάνεται ήδη ο Αμλέτος ότι από τον πνευματικόν κόσμον θα αντηχήση φωνή να αναθέση εις αυτόν κάποιαν φοβεράν υποχρέωσιν, την εκτέλεσιν μεγάλου καθήκοντος, και τούτο εκφράζει με την ερώτησιν· Ειπέ, διατί γίνεται αυτό; προς τι; τι πρέπει να πράξωμεν εμείς;

Η γρηά Γαλανή ήτο εις μεγάλην απελπισίαν: αν ο καιρός εξηκολούθει άστατος και οι κατσίκες δεν εύρισκον το γάλα των, τα κατσικάκια θα έλυωναντα πόδια των. . . Και μετ' ολίγον η φοβερά όψις του Γιαννίκου θα εφαίνετο προ της καλύβας και θα ηκούετο η τραχεία του φωνή, η οποία όπου αντηχήση φέρει καταστροφήν, ως η φωνή της κουκουβάγιας. — Βάλε και τη σούβλα· βάλε και το κουδούνι!

Πολλά χτυπήματα μ' αντήχηση καμπάνας μαντεύανε το ατσάλι του αμονιού. Μακρύτερα, ένας σωρός χτύποι μαζεμένοι, ήχοι σαν πέτρα και σίδερο μαζί, δείχνανε τα ματσακόνια που χτυπούσανε το μίνιο του καραβιού. Μια άλλη σφύρα χτυπούσε χωρίς αντήχηση πάνω σε χοντρό σκουριασμένο σίδερο., Να κι' η ξύλινη βαριά. Είχε τη φωνή βραχνή και συμμαζεμένη.

Έπρεπε να διέλθουν τας μικράς λίμνας, αι οποίαι είχον σχηματισθή από τους όγκους του πάγου, οι οποίοι ως πρόχωμα τας περικλείουν· και με τοιαύτην πορείαν έφθασαν πλησίον μεγάλου βράχου, ο οποίος έκειτο ταλαντευόμενος μέσα εις τον πάγον, επάνω εις το χείλος ρωγμής· ο βράχος έχασε την ισορροπίαν του, εκυλίσθη κάτω και έκαμε την Ηχώ να αντηχήση επάνω από τας βαθείας, σπηλαιώδεις του Παγώνος φάραγγας.