Έχει δε διαιρέσεις δώδεκα μεν ολόκληρος ο αριθμός, δώδεκα δε επίσης και ο αριθμός της φυλής. Λοιπόν έκαστον τμήμα πρέπει να το θεωρώμεν ως ιερόν δώρον του θεού, το οποίον συνοδεύει τους μήνας και την περιστροφήν του σύμπαντος. Διά τούτο και ολόκληρον την πολιτείαν την οδηγεί το θείον έμφυτον και την καθαγιάζει.

Μη τυχόν άραγε, καλέ Θεόδωρε, χωρίς να το καταλάβης έφερες μαζί σου όχι φίλον, αλλά κανένα θεόν, καθώς λέγει ο Όμηρος; Ο οποίος λέγει ότι και όλοι οι άλλοι θεοί και προ πάντων ο ξένιος Ζευς συνοδεύει ανθρώπους ευσεβείς και δικαίους διά να επιβλέπη τας αδικίας και τας ευνομίας των ανθρώπων.

Η Γερουσία της πόλεως απαγορεύει την ταφήν του εχθρού της πατρίδος Πολυνείκους° κατά της αποφάσεως όμως ταύτης εξεγείρεται και διαμαρτύρεται η ευσεβής φιλαδελφεία της Αντιγόνης, με την οποίαν συντάσσεται και μέρος του χορού, ενώ το έτερο ημιχόριον, συμμεριζόμενον την απόφασιν της πόλεως, συνοδεύει τον νεκρόν του Ετεοκλέους όστις μεταφέρεται προς μεγαλοπρεπή ταφήν.

Οσάκις καρδία, συναισθανομένη ζωηρώς το ιερόν αίσθημα της υιικής αγάπης, διευθύνη τον βίον, η αγάπη των συγχρόνων και μεταγενεστέρων βεβαίως συνοδεύει αυτήν, ο δε βίος ευκόλως τότε αποκαθίσταται ευδαίμων και ένδοξος. Ο Επαμεινώνδας, αυτός ο μέγας πολίτης και ευεργέτης των Θηβών, διεκρίθη διά την προς τους γονείς του αγάπην, χαίρων οσάκις εκείνοι έχαιρον, και ευτυχών οσάκις εκείνοι ευτύχουν.

Όσω μακράν και αν υπάγη, τον παρακολουθεί αναπόσπαστος η συνείδησίς του και τον συνοδεύει η θλίψις του. Παραδίδεται τότε εις την μέθην, θέλων και προσπαθών ν' αποκτηνωθή. Τινές, ευτυχέστεροι, παραφρονούν. Θεέ μου, θεέ μου, δεν είναι απλούστερον και προτιμότερον ο θάνατος;

Μία κλίνη εστρωμένη αλλά κενή φέρεται προς τιμήν των αφανών, δηλαδή εκείνων, των οποίων τα σώματα δεν ευρέθησαν. Συνοδεύει δε την κηδείαν οποίος βούλεται, είτε αστός είτε ξένος, και προσέτι αι συγγένισσαι ίστανται πλησίον του τάφου μοιρολογούσαι.

Διόλου παράδοξον λοιπόν και αυτός που συνοδεύει εσέ να είναι κανέν από τα ανώτερα όντα, και ήλθε να επιθεωρήση και εξελέγξη ημάς τους μικρούς, και είναι κανείς θεός εξελεγκτής. Θεόδωρος. Δεν είναι τοιούτος, καλέ Σωκράτη, ο χαρακτήρ του φίλου, αλλά είναι πολύ μετριοφρονέστερος από τους ασχολουμένους εις τα εριστικά. Και εις εμέ φαίνεται αυτός ο άνθρωπος ότι αν δεν είναι θεός, είναι όμως θείος.

Ύστερα εις κάθε μια φυτειά, κάθε όχτο, κάθε αμπέλι Τρανές ανάβονται φωτιές μέσ' στ' απλωτό σκοτάδι. Ολόυρα ολόυρ' απ' τες φωτιές σταίνουν χορό η κοπέλλες· Στρώνονται χάμου οι γέροντες κι οι νιοί, κι' απ' όλους ένας Τους συνοδεύει το χορό μ' ένα απαλό τραγούδι Και μ' ένα λάλημα γλυκό γλυκό του ταμπουρά του.

Δηλαδή τρία πράγματα ανήκουν εις την προτίμησιν και τρία εις την αποφυγήν, το καλόν, το συμφέρον και το ηδονικόν, και αντιθέτως το άσχημον, το βλαβερόν και το λυπηρόν. Εις όλα δε αυτά ο μεν αγαθός επιτυγχάνει καλώς, ενώ ο κακός σφάλλει, και προ πάντων εις την ηδονήν. Έπειτα αυτή είναι κοινή και εις τα ζώα και συνοδεύει όλα όσα πρόκειται να τα προτιμήσωμεν.

Ο ύπνος τ' αλαφρά του φτερά κρυφοχτυπάει, μ' αφανισμένα χέρια τα βλέφαρα ζιουπάει. Στη μέση από το δρόμο η νύχτα περπατάει, σε βάθος ησυχίας, και σιωπή πατάει. Καθόλου δε γροικιέται φωνή ουδέ καμμιά, τα πάντα ησυχάζουν, μεγάλη ερημιά. Κρυφά κι' αργός διαβαίνει αδιάκοπ' ο καιρός και μου τον συνοδεύει ονείρων ο χορός.