Αν ερωτήσης για τις κουπαστές και τις μπαταρίες τους στο σύρμα είνε ντυμένες. Κ' έχουν στην πλώρη για θαλασσομάχο ένα διαμαντοκόλλητο σταυρό, τρόμο των στοιχειών και φρίκη του κυμάτου. Στην πρύμη, απάνω στο τιμόνι έχουν το Άγιο Ευαγγέλιο και στο μεσανό κατάρτι ψηλά σ' ένα δικέφαλον αητό την Παναγιά, που λάμπειπροσκυνώ τη χάρι τηςσαν αυγερινός.

Εμαλαμοκάπνιζε τα παφήλια και τα καρυόφυλλά του, επηργύρου την σφύραν και την ράβδον, προσήρμοζεν επί του κοντακίου τες αντίκες όσες εύρισκε κάποτε εις τα βουνά, και προ δύο ακόμη ετών ανέλυσε τους τελευταίους τοκάδες του διά να προσκολλήση επ' αυτού ένα δικέφαλον αετόν, φέροντα στέμμα εις την κεφαλήν και κεραυνούς εις τους όνυχας.

Στην πρύμη, απάνω στο τιμόνι, είχαν το Άγιο Ευαγγέλιο· και στο μεσανό κατάρτι ψηλά σ' ένα δικέφαλον αητό, την Παναγιά που έλαμπεπροσκυνώ τη χάρι τηςσαν αυγερινός. Για τούτο βέβαια ήσαν βασιλικές φρεγάδες, του δικού μας του βασιλιά που ώριζε στην Πόλη. Μόνον εκείνη τότε ήταν η κιβωτός της Χριστιανοσύνης.

Εκ δε της αμβλύτητος της ουράς προήλθεν η ιδέα ότι δικέφαλον είναι το ερπετόν τούτο. Εμποιεί τρόμον η ζοφερά αυτού χροιά, και καθίσταται λίαν επικίνδυνον ως εκ της μικρότητος αυτού.

Δεν είδε παρά ένα δικέφαλον αητό με τα φτερά του ανοιχτά. Τα κεφάλια ζερβόδεξα με τη γλώσσα όξω και τα ράμφη γυριστά, έδειχναν θυμό κι αχορταγιά μεγάλη. Στα κεφάλια καθότανε κορώνα σταυροφόρα· κι άλλη κορώνα πιο μεγάλη τάσμιγε από πάνω. Τα νυχοπόδαρά του κρατούσανε το Σκήπτρο και μια σφαίρα με σταυρό. Και κάτω από τα πόδια του μια κορδέλλα ξεδιπλωμένη είχε απάνω της γράμματα παράξενα.

Κ' ενώ έβλεπε το όπλον, το όπλον που τόσον ηγάπησε, κατακείμενον ήδη χαμαί, με τα παφήλια μακράν χάσκοντα, τα κοσμήματα σκορπισμένα πέριξ, το καρυόφυλλον πεπιεσμένον ασπλάγχνως, τον δικέφαλον αετόν εις μίαν γωνίαν αδρανή ωσεί κεραυνόπληκτον, δάκρυα ανεβλυσαν των οφθαλών του κ' εκυλίσθησαν καυστικά επί των ψυχρών παρειών του.