Ύστερα εσηκώθη από τον θρόνον, και επήρε τον Ταμίμ από το χέρι και τον έφερεν εις τον χοντζερέ της και όντας εκεί του είπεν· επειδή και οι νόμοι εδώ δεν δίνουν άδειαν εις το να παραιτήσω το βασίλειον, διά να το δώσω εις εσέ να κυβερνάς διά τούτο δεν πρέπει να σου βαρυφανή μα στεκόμενος μαζί μου θέλεις είσαι συμμέτοχος εις την βασιλείαν μου, και εις την γλυκύτητα μιας ζωής τόσον ευτυχισμένης· του αδελφού σου θέλω του διορίσει μίαν επιστασίαν εις την οποία θέλει έχει αιτίαν να είνε ευχαριστημένος, καθώς και το έκαμεν.

Ως δε γνωρίζεις, αποδίδω μεγαλειτέραν σημασίαν εις την γλυκύτητα του χαρακτήρος, την φιλανθρωπίαν, την μεγαλοφροσύνην, την φρόνησιν, την μόρφωσιν του πνεύματος παρά εις το κάλλος. Και αυτά τωόντι έχουν μεγαλειτέραν αξίαν από τα σωματικά προτερήματα• διότι θα ήτο παράλογον και γελοίον εάν εξετίμα κανείς περισσότερον το φόρεμα παρά το σώμα.

Η Νοέμι άρχισε να γελά, αλλά με ένα γέλιο ελαφρύ, τελείως διαφορετικό από το προηγούμενο μοχθηρό γέλιο. Φανέρωνε συμπόνια για τον Έφις, συμπόνια για τον ντον Πρέντου, αλλά και ικανοποίηση και γλυκύτητα. Ποτέ, ποτέ ο Έφις δεν την είχε ακούσει να γελά έτσι.

Οσάκις θα δύναμαι να είμαι ελεύθερος, θα ιππεύω και θα έρχωμαι μέχρι της Ρώμης, διά να καταθέλγω τους οφθαλμούς μου με το να σε βλέπουν και τα ώτα μου με την γλυκύτητα της φωνής σου. Όταν θα μου είναι δυνατόν να έλθω, θα στέλλω ένα δούλον με επιστολήν να πληροφορήται περί σου. » Σε ασπάζομαι, θεσπεσία μου, και πίπτω εις τους πόδας σου.

Ο παπά-Φραγκούλης και η συνοδεία του φθάσαντες εισήλθον τέλος εις τον ναόν του Χριστού και η καρδία των ησθάνθη θάλπος και γλυκύτητα άφατον.

Ο Λιάκος δοκιμάζει την πικρίαν του χωρισμού, προτού γευθή την γλυκύτητα της συζυγικής ευδαιμονίας του Έκτορος! Ο Κ. Πλατέας έκλεισε το βιβλίον και ηγέρθη εκ νέου. Μυρίαι σκέψεις τον εβασάνιζον, ενώ επεριπάτει από την τράπεζαν εις την κλίνην και από την κλίνην εις την τράπεζαν. — Διατί, ανεφώνησε, διατί να μη πιστεύσω τον Λιάκον ότι δεν εσκέφθη ποτέ να με νυμφεύση; Ανόητος εγώ να το υποθέσω!