ΦΕΡΔΙΝ. Κάποιες ξεφάντωσες είναι κοπιαστικές, αλλά εις την ηδονή νοστιμίζει και ο κόπος· το να σκύψης εις δουλικά έργα είναι κάποτε μεγαλοψυχία, και πάμπτωχα μέσα αποβλέπουν εις πλουσιώτατα τέλη. Τούτο το μεροκάματο ήθελε τώχω βαρύ όσο είναι αξιομίσητο· αλλ' η κυρία, που δουλεύω, τα νεκρά ανασταίνει, και τους κόπους μου τους κατασταίνει χαρές.

Θεόρατη λακκωματιά, ως έξη μίλια μάκρος, καστανιές γεμάτη στα βάθια της, κι αψηλόκορμες ελιές στα βουνόπλαγα, πηχτές και φουντωμένες κι από τις δυο τις μεριές. — Κι αποκάτου οι Σφακιανές οι μαζώχτρες που έρχουνται, λέει, από τον Άη Γιάννη να βγάλουν το μεροκάματο. Και δεν τις ρώτηξες α βγάζη κι ο τόπος τους ράδι; — Εγώ δεν τις είδα.

Κ' έπειτα μια στιγμή ο λαός αγρίεψε. — Μωρέ μυαλό, ο μπαγάσας!... Εκείνοι ξεθεώθηκαν για να το φέρουν· άφηκαν το μεροκάματό τους, έχυσαν αίμα για τη Χάρη του και τούτος έρχεται τώρα να τους πη πως δεν είνε κόνισμα!... Σούσουρο έγινε, βρισιές ακούστηκαν, γρόθοι σηκώθηκαν φοβεροί. — Το καλό που σου θέλω να φύγης· του είπε μυστικά ο Σταθόπουλος, τραβώντας τον έξω από το πλήθος.

Ήσαν τέκνα άρρενα και τα δύο της θυγατρός της, ορφανά πατρός τα δυστυχή, κοιμώμενα και εγειρόμενα εις τον έρημον της «μανούς» οίκον, όνπερ επλήρουν άλλοτε με τας φλυαρίας των και άλλοτε με τα κλαύματά των. Η μήτηρ των επήγαινεν εις τους αγρούς «μεροκάματο» διά να ζη.

Εκατό φορές καραβοτσακισμένος, έρημος και σκοτεινός, ζούσε με την ελεημοσύνη των χριστιανών. Μα η γλώσσα του δούλευε σαν τη ροκάνα. Τον φεύγανε όλοι σαν την ψώρα. «Ό,τι θέλεις, Λαλεμήτρο, μα λίγες κουβέντες», τούλεγαν όλοι. Τώρα είχε βρει ταγαθά του Θεού, με την Ουρανίτσα. Η γλώσσα του δούλευε με το μεροκάματο. Και ο μπόγος γεμάτος σαν έφευγε.