Αυτά τα σκώμματα απευθύνω, ως ο Μώμος, προς τον εαυτόν μου• και μα τον Δία, είνε περιττόν να προσθέσω το επιμύθιον διότι βλέπετε πόσον ο μύθος μου ταιριάζει. Εάν είπω ανόητα, η μέθη είνε αιτία• εάν δε φανούν συνετοί οι λόγοι μου, άρα ο Σειληνός μ' ελυπήθη και μ' ενέπνευσε. Η περί της αποφράδος, κατά Τιμάρχου. Ότι δεν εγνώριζες την λέξιν αποφράδα είνε ολοφάνερον.

Διότι αν αφαιρέση κανείς από τα συμπόσια τους αστεϊσμούς τούτους, τα γελάσματα και τα σκώμματα, τα πειράγματα και τας αστειότητας, το υπολειπόμενον είνε μέθη και κόρος και σιωπή, πράγματα κατηφή και χωρίς τέρψιν, τα οποία ελάχιστα αρμόζουν εις συμπόσιον.

Αλλ' εκείνοι απετόλμουν τα τοιαύτα εναντίον ενός ανθρώπου και κατά τας εορτάς του Διονύσου, ο οποίος επιτρέπει τοιαύτας διακωμωδήσεις, και τα σκώμματα εθεωρούντο μέρος της εορτής, ίσως δε και ο θεός εκείνος, ο οποίος είνε φιλόγελως, ετέρπετο εις τα τοιαύτα.

Το πανόραμα των κακουργημάτων του Ντεσκερέ εκτυλίσσεται ενώπιον του κακουργιοδικείου Ναυπλίου, ο κόσμος παρακολουθεί το θέαμα και ο ληστής, μη δυνάμενος να ρίψη σφαίρας κατά της πολιτείας και της δικαιοσύνης, ρίπτει περιφρονητικά σκώμματα κατά των νόμων, οίτινες τον θεωρούν Λερναίαν Ύδραν. — Ποιος θα μου δανείση τώρα μίαν άλλην κεφαλήν, διά να εκτελεσθή η δευτέρα θανατική ποινή;

Εισήλθε λοιπόν ένας ασχημάνθρωπος, ο οποίος είχε ξυρισμένον το κεφάλι και ολίγας τρίχας ορθάς εις την κορυφήν. Αυτός εχόρευσε με διάφορα τσακίσματα και μορφασμούς γελοίους διά να φαίνεται αστειότερος και απήγγειλε σατυρικά ποιήματα, μιμούμενος την προφοράν των Αιγυπτίων και τέλος ήρχισε ν' απευθύνη σκώμματα εις τους παρισταμένους.

Εις την εποχήν που αναφέρεται η ιστορία μου, οι επιστημονικοί γελωτοποιοί δεν ήσαν ακόμη τότε του συρμού. Πολλαί μεγάλαι «δυνάμεις» της Ευρώπης είχον ακόμη τους τρελλούς των, οι οποίοι έφερον ακόμη ενδύματα κεντημένα με κουδουνιστά βραχιόλια, και οι οποίοι έπρεπε να ήσαν πάντοτε έτοιμοι να παρέχουν αμέσως επίκαιρα σκώμματα ως αντάλλαγμα των δώρων, τα οποία έπιπτον από το βασιλικό τραπέζι.

Τότε εκ μέσου του πλήθους εξήλθεν είς άνθρωπος, όστις γονυπετήσας έμπροσθεν του Ιησού, έκραζε μεγάλη τη φωνή, «Κύριε, ελέησόν μου τον υιόν, ότι σεληνιάζεται και κακώς πάσχει». Είχε φέρει τον άθλιον πάσχοντα εις τους μαθητάς, όπως εκδιώξωσι το πονηρόν πνεύμα, και η αποτυχία των έδωκεν αφορμήν εις τα σκώμματα των Γραμματέων.

Έμενεν εκτεθειμένος αις τα σκώμματα χυδαίων ή μωρών, ους, εάν ηδύνατο ν' απαντήση, θ' αποσβόλωνε διά μιας λέξεως. Ο πιστός φίλος του κ. Εμμανουήλ Βουτσινάς μοι έλεγε ότι από της παιδικής του ηλικίας ο Μανώλης ήτο λίαν ευαίσθητος εις τα σκληρά αστεία των συμμαθητών του.

Δια ν' αποφύγη τα σκώμματα του κόσμου είχεν εφεύρη να γελά ο ίδιος δυνατώτερα παντός άλλου διά τας πολλάς και επιφανείς της μακαρίτριας συζύγού του απιστίας.

Κατεδίωκε με τα σκώμματά του προ πάντων εκείνους οίτινες εφιλοσόφουν προς επίδειξιν και όχι χάριν της αληθείας• ιδών δε ένα Κυνικόν, όστις εφόρει φιλοσοφικόν τρίβωνα και είχε πήραν, αλλ' αντί βακτηρίας εκράτει γουδοκόπανον και εκραύγαζε λέγων ότι είνε οπαδός του Αντισθένους, του Κράτητος και του Διογένους, Μη ψεύδεσαι, του είπε, διότι είσαι μαθητής του Υπερίδου.