Τα υπόλοιπα μπερδεύονταν στη μνήμη της: ώρες και μέρες αγωνίας και μυστηριώδους τρόμου όπως όταν έχει κανείς υψηλό πυρετό…. Ξανάβλεπε μόνο το χλωμό και συσταλμένο πρόσωπο του Έφις που έσκυβε για να κοιτάξει καταγής σαν να έψαχνε κάτι χαμένο. « Κυράδες μου, σιωπή, σιωπή!», μουρμούριζε, αλλά ο ίδιος έτρεχε εδώ κι εκεί στο χωριό και ρωτούσε σε όλους εάν είχαν δει τη Λία και έσκυβε να κοιτάξει μέσα στα πηγάδια και κατασκόπευε στις ερημιές.

Όσους μεγάλους κόπους, φιλόσοφε, κι' αν κάμης, μονάχα στούς ανθρώπους ερεύνα τας δυνάμεις μυστηριώδους φύσεως. Κι' όστις εις τούτους μόνον σπουδάζει να εγκύψη, καθ' άπαντα τον χρόνον ανέρχεται εις ύψη σοφίας και ποιήσεως. Όστις ποθεί ευχάριστα την ώραν να σκοτώση εδώ να κύψη πρέπει... θαρρώ πως πάσ' απόστασις ποτέ δεν είναι όση το μάτι μας την βλέπει.

Μαρτίνου και επί τρεις εδίσταζε περί πάντων· άλλοτε έκυπτε την κεφαλήν εις την επιβαρύνουσαν ημάς θείαν καταδίκην και άλλοτε, αν είχε πέτρας, ήθελε ρίψει αυτάς κατά του ουρανού, ίνα τον σπάση. Εν ενί λόγω είχε καταληφθή υπό της μονομανίας εκείνης, εις ην υποπίπτουσι πάντες όσοι μετ' ειλικρινείας ζητώσι την λύσιν του μυστηριώδους της υπάρξεως ημών προβλήματος.

Εκ του μυστηριώδους τούτου θάμβους του ληστού, η Γερακούλα κατά παράδοξον αντίθεσιν ήρχισε ν' αναλαμβάνη θάρρος. Ο άγνωστος της εφαίνετο ως άνθρωπος δυνάμενος να ληστευθή παρά να ληστεύση. Διέκρινεν ήδη η Γερακούλα και τα κομβία της στολής του και το λευκόν βασιλικόν στέμμα επί του στρατιωτικού πίλου του.

Θα έλεγες ότι εν αυτή το έργον του γελάν δεν ήτον ανατεθειμένον εις τα σαρκικά νεύρα και τας φυσιογνωμικάς του σώματος κινήσεις, αλλ’ εξετελείτο απ' αρχής μέχρι τέλους παρ' αυτής της ψυχής επί των χορδών μυστηριώδους αρμονικού τινος οργάνου, τούθ' όπερ έκαμνε τον γέλωτα της παρθένου να είναι εκφραστικώτερος, μουσικώτερος, αθλώτερος πάσης ενάρθρου φωνής και λογικής γλώσσης.

Δεν υπάρχει εις αυτά η υπερβολή του απιστεύτου και του μυστηριώδους και του θαύματος, ήτις παρατηρείται εις τας Ιουδαϊκάς φαντασιοκοπίας διά τον ερχόμενον Μεσσίαν, και εις τας αποκρύφους αφηγήσεις τας σχετιζομένας με το θείον τέκνον.

Αγνοώ αν η επικατάρατος αύτη φυλή, αρχαία ως ο Κάιν, κατά τας πολυειδείς φάσεις του μυστηριώδους βίου της, περιήλθέ ποτε εις την εξαχρείωσιν εις ην έφθασε διοδεύουσα την Ελληνικήν χώραν, προαιώνιος ακόλουθος της καταστροφής και του ολέθρου.

Η δυστυχία, η αδιαφορία, η ψυχρότης, η αυστηρότης δεν ισχύει να αποτρέψη ούτε να συνταράξη τας ευχρώμους θελκτικάς εικόνας, που δημιουργεί η διάνοια ακουσίως εκπλησσομένη και δειλιώσα προ μυστηριώδους επιβολής και δυνάμεως, πονούσα και επιμένουσα θαυμάζουσα και τολμώσα.

Μεταξύ των κενών εμεσολάβησε μία Ιδέα, ήτις συνέδεσε τα τέως ασύνδετα, ήτις παρενετέθη ως κρίκος άρρηκτος εδώ, και απετέθη εκεί ως σφραγίς μυστηριώδους ουσίας, προκαλούσα τον ίλιγγον εις το πνεύμα, και την έκτασιν εις την ψυχήν, και εις την καρδίαν τον παλμόν.

Εις πάντα όστις επεσκέφθη τον τόπον σήμερον, κατά τον αυτόν καιρόν του έτους και κατά την αυτήν ώραν της νυκτός, είνε ευκολώτερον να φαντασθή τον φόβον όστις θα κατείχε τους ολίγους εκείνους Γαλιλαίους, ενώ εν σιωπή σχεδόν αδιαπτώτω και υπό το άχθος μυστηριώδους τρόμου, ηκολούθουν Εκείνον όστις με κεκυφυίαν κεφαλήν και αλγούσαν καρδίαν έβαινε προ αυτών εις την εκούσιον καταδίκην Του.