Τώρα που είμαι σφίγγα, και βλέπω από κοντά τους πόρους του κιτρινιασμένου του πετσιού σου, μου έρχεται αληθινή τρέλλα, μα την αλήθεια. Τώρα που είναι πιο ψιλοκαμωμένη η μύτη μου, ίλιγγας μου έρχεται σα σε μυρίζω από κοντά. Τι κακό είναι τούτο! Τι απέραντο κοιμητήριο στραγγισμένο μέσα σ' ένα κορμί!

Καθώς και την σφίγγα την ονομάζουν &σφίγγα& αντί &φίγγα&, και άλλα πολλά. Ερμογένης. Εις αυτά έχεις δίκαιον, Σωκράτη μου. Σωκράτης. Εάν όμως πάλιν επιτρέψωμεν να προσθέτη και να αφαιρή ο καθείς ό,τι θέλει εις τα ονόματα, τότε πλέον θα έχωμεν πολλήν ευκολίαν, και είναι εύκολον οποιονδήποτε όνομα να προσαρμόσωμεν προς οποιονδήποτε πράγμα. Ερμογένης. Πολύ ορθά. Σωκράτης. Και βέβαια ορθά.

Ο κριτικός είναι βέβαια κ' ερμηνευτής, όμως δεν θάναι γι' αυτόν η Τέχνη καμμιά Σφίγγα που προτείνει αινίγματα και που το κούφο μυστικό της θα μάντευε και θα ξεσκέπαζε κάποιος με πρισμένα πόδια που ούτε τόνομά της δεν θάξερε.

Εγώ όμως ήλθα χωρίς να ξέρω τίποτε, ο Οιδίπους, λύω το αίνιγμα και την τρομερή την σφίγγα φθείρω. Από τον θρόνο ωρκίσθηκες ν’ απομακρύνης εμέ, σιμά στον Κρέοντα να βασιλεύης. Μου φαίνεται πως κλαίοντας και οι δύο τας Θήβας θ’ αφήσετε° το μίασμα μαζί θα φύγη. Τα γερατειά αν δε σεβόμουν θα ’βλεπες ποία ανταμοιβή θα λάβαινες στους λογισμούς σου.

Σιγά σιγά μπήκαν στη σειρά πιασμένες από τα χέρια και σήκωσαν τα πόδια ξεκινώντας τα πρώτα βήματα του χορού. Ήταν όμως άκαμπτες και δισταχτικές και έμοιαζε να υποβαστάζουν η μια την άλλη. «Είναι φανερό πως λείπει το βαστάγι! Λείπει ο άντρας. Φωνάξτε τουλάχιστον τον Έφις!», φώναξε η Νατόλια και, μιας και η Γκριζέντα την τσιμπούσε στο μπράτσο, πρόσθεσε: «Α, που να σε τσιμπήσει η σφίγγα!

Παρακαλεί τον Οιδίποδα, που άλλοτ’ έσωσε τας Θήβας από την Σφίγγα, να λυτρώση την πόλιν από την συμφοράν δι’ ενός οποιουδήποτε τρόπου.