Και που δεν επολέμησε; Ως και στο Μωρηά επήγε μάλλους Κρητικούς. — Και τουλόγουσου, σιορ Γιωργάκη, επολέμησες τότε; τον ηρώτησε με λεπτόν μειδίαμα ο Σαϊτονικολής. — Ήκαμα κεγώ ό,τι 'πόρουνα, απήντησε μετριοφρόνως ο Μπαρμπαρέζος. Απατός σου δε με θυμάσαι γιατ' ήσουνε μιτσός ακόμη, μα δε ρωτάς τον Καπετάνιο;

Και την Κυριακήν, μετά την απόλυσιν της λειτουργίας, έγινε ζωηροτάτη περί τούτου συζήτησις έξω της Αγίας Αικατερίνης, παρόντος και του Σαϊτονικολή, όστις ήκουε περίλυπος και σιωπών και εφαίνετο πολύ καταβεβλημένος. Επί τέλους είπεν: — Εγώ ήκαμα ό,τι 'μπόρεσα. Η γλωσσά μου 'βγαλε μαλιά να του μιλώ· και σαν είδα πως δεν ήκουε, τον απόβγαλα κιαπού το σπίτι μου και πάει να γενή χρόνος από τότε.

Τα μάτια της ρωτούσαν μ' ανησυχία και άπειρη θλίψη: «Αλήθεια είνε άρρωστος βαρειά ο ΓιώργοςΑλλ' η φωνή της είπε άλλο. — Στην ώρα κείνη και στη ψυχή που θα παραδώσω στο Θεό, σου λέω και να με πιστέψης, πως ποτέ του παιδιού και του λόγου σου κακό δεν ήβαλα στο νου μου. Μάρτυρας μ' ο Θεός, απού θα με κρίνη, πως ήκαμα ό,τι μου 'τονε μπορετό και πάντα τούλεγα να μη σιμόνη στη φωτιά που με κεντά.

Όταν δε εσήκωσαν το τραπέζι και εστράφη προς τον υιόν του διά να τον επιπλήξη, το πρόσωπον διέψευδε την αυστηρότητα της φωνής του. — Δε μου λες, μωρέ μεσημερά, είντά 'νε τα πράμματα που κάνεις; εσύ, πρέπει, αποφάσισες τα κάμης όλες τσι κουζουλάδες του κόσμου. — Είντα κουζουλάδες ήκαμα; απήντησεν ο Μανώλης με απροσδόκητον αταραξίαν.