Έκυψεν εις μικράν σχισμάδα, μεταξύ δύο σανίδων του κακώς ηρμοσμένου πατώματος, ή εις ένα ρόζον μιας σανίδος, χάσκοντα, κενόν, και είδε κάτω τους δύο ανθρώπους της εξουσίας, εις το φως το εισδύον διά της θύρας του κατωγείου την οποίαν είχον ανοίξει εκείνοι. — Μωρή! σ' έφαγα . . . τώρα δα πιω το αίμα σου! έκραζεν ο Μούτρος, μη έχων που αλλού να ξεθυμάνη, και απειλών άνευ αιτίας την αδελφήν του.

Ο βασιλεύς Βαχμάν έμεινε προς τα ξημερώματα κατά πολλά εκστατικός, οπόταν ήκουσε πως ο εχθρός έφυγε κακώς έχοντας· και ευθύς εβγαίνοντας από την Γάζναν με το στράτευμά του, έκαμε μεγάλον φθαρμόν εις τους φεύγοντας εχθρούς· έπειτα εγύρισεν εκεί που ήτον το στράτευμά του και όλοι εγύρισαν με διάφορα κούρση καταφωρτωμένοι εις την Γάζναν.

Αλλά, καθώς σου είπα, δεν είναι νόμος. Σωκράτης. Ο δε νόμος φρονείς, Ιππία μου, ότι είναι ζημία η ωφέλεια εις την πόλιν; Ιππίας. Νομίζω μεν ότι νομοθετείται διά να ωφελήση, κάποτε όμως βλάπτει, εάν τεθή κακώς ο νόμος. Σωκράτης. Και πώς; Δεν θέτουν τον νόμον οι νομοθέται ως το μεγαλίτερον αγαθόν εις την πόλιν των; Και δεν είναι αδύνατον άνευ αυτού να ζήση η πόλις με ευνομίαν; Ιππίας.

Και ο απόστολος Παύλος, όταν ομοίως υβρίσθη, οργισθείς κατηράσθη τον υβριστήν. «Ο Θεός πλήξαι σε, κεκολιαμένε τοίχε»· αλλ' Αυτός, ο Υιός του Θεού, ο ασυγκρίτως υπέρτερος των Αγγέλων και των Αποστόλων, άνευ οργής και ηρέμα επετίμησε τον αναιδή υβριστήν, «Ει κακώς ελάλησα, μαρτύρησον περί του κακού· ει δε καλώς, τι Με δέρειςΉτο προφανές ότι ουδέν περισσότερον ηδύνατο ν' αποσπασθή απ’ Αυτού· ότι ενώπιόν τοιούτου δικαστηρίου δεν θα απεκρίνετο εις άλλην ερώτησιν.

Και έτσι λέγοντας επρόσταξε τον τζελάτην του, να κόψη την κεφαλήν του Χασάν εις το μέσον της αυλής του. Ο ταλαίπωρος Χασάν εφέρθη κακώς, έχοντας από τον τζελάτην εις την μέσην της αυλής, που ήτον συναγμένος άπειρος λαός, διά να ιδούν τον θάνατόν του.

Διότι, φίλε Κλεινία και Μέγιλλε, τα μεν ανδρικά συσσίτια καλώς και, καθώς είπα, θαυμασίως επεκράτησαν από κάποιαν θεϊκήν ανάγκην, αλλά τα γυναικεία πολύ κακώς έμειναν ανομοθέτητα και δεν επαρουσιάσθη εις το φως το σύστημα των συσσιτίων των.

Βλέπω ότι όλα τα πράγματα των ανθρώπων αποτελούνται από τρεις ανάγκας και επιθυμίας, εις τας οποίας εάν εφαρμοσθή η αρετή γίνονται ορθώς, και αντιθέτως, εάν ενεργηθούν κακώς.

Μας περιπαίζει, ήρχισαν τότε να λέγουν οι αγορασταί· και ήρχισαν να τον κηνυγούν και να τον κτυπούν, οι υποδηματοποιοί με τα λωρία των και οι βυρσοδέψαι με τας ποδιάς των, και διά να τον περιπαίξουν του εφώναζαν: «Δέρματα! Να σου καμωμένε ημείς το δέρμα σου καθώς σου πρέπει ! Έξω από την πόλιν παλιάνθρωπεΚαι έφευγεν ο μεγάλος Κλώσος κακήν κακώς, καταδαρμένος και πονεμένος.

Επομένως, εάν μεν το έκαμναν αυτό, ενώ οι ίδιοι είναι ανεπιστήμονες, θα εδοκίμαζαν να μιμηθούν το αληθινόν, αλλά θα το εμιμούντο κακώς όλως διόλου, εάν όμως είναι έντεχνοι, τότε πλέον αυτό δεν είναι μίμησις αλλά το ίδιον εκείνο το αληθινώτατον. Δεν είναι έτσι; Νέος Σωκράτης. Πολύ ορθά. Ξένος.

Σωκράτης Ποίος λοιπόν είναι ο τρόπος του καλώς ή κακώς συγγράφειν; Αισθανόμεθα ανάγκην τινά, Φαίδρε, να εξετάσωμεν τον Λυσίαν ή κάποιον άλλον, εξ όσων έχουσι γράψει τι έως τώρα ή θα γράψωσιν, είτε πολιτικής υποθέσεως είτε ιδιωτικής, είτε έμμετρον ως ποιηταί, είτε άνευ μέτρου ως κοινοί συγγραφείς.