Συγχρόνως δε με την σκέψιν της αυτήν η Σμάλτω κατέφερε με πάθος τον πόδα επί της φλογέρας και την έθραυσεν. — Να! είπε χαιρεκάκως, ρίπτουσα τα τεμάχια αυτής προ του βοσκού. — Μη τη φλογέρα μου εφώναξεν ούτος με πόνον γιατί την σπας; — Για να μη χάση κι' άλλαις· απήντησεν η Σμάλτω επισήμως.

ΚΑΛΙΜΠ. Λοιπόν, καθώς σου έλεγα, συνηθάει να κοιμάται το απόγιωμα· αυτού μπορείς να του πετάξης τα μυαλά, αφού πρώτα του τσακώσης τα βιβλία του· ή του σπας μ' ένα κούτσουρο το καύκαλο, ή μ' ένα παλούκι του βγάνεις τάντερα· ή του κόβεις τον λάρυγγα με το μαχαίρι σου· μόνο θυμήσου ν' αδράξης πρώτα τα βιβλία του· γιατί άμα του λείψουν εκείνα, μένει ένας κουτός σαν κ' εμέ, και δεν έχει εξουσία απάνου σε κανένα πνεύμα.

Και συ, του κόσμου χαλαστή, συ κεραυνέ, καταίβα, κτύπα να κάμης πλακωτήν της γης την στρογγυλάδα, και ράγισε της φύσεως και σπάσ' τα τα καλούπια, ώστε η ζύμη να χυθή και σπόρος να μη μείνη, και άνθρωπος αχάριστος να μη ξαναφυτρώση! ΓΕΛΩΤ. Τι φωνάζεις, παππού να πέση και άλλη βροχή ενώ γυρίζομεν έξω; Πήγαινε καλλίτερα μέσα να ζητήσης να σ' ευλογήσουν οι θυγατέρες σου.