Και εψάλλοντο εις τους ναούς ιεροί ψαλμοί, ιδίως ο ψαλμός ο λέγων: «Ανάστηθι ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού και φυγέτωσαν από προσώπου οι μισούντες αυτόν. Ως εκλείπει καπνός εκλειπέτωσαν, ως τήκεται κηρός από προσώπου πυρός.

Ο κηρός τήκεται και τα πτερά των πίπτουν και αυτοί κατακρημνίζονται εις πελάγη και τρικυμίας και γίνονται καταγέλαστοι.

Άλλως θα έπαυεν ούτος να είναι κηρός. Η ψυχή όμως αφομοιοί το είδος εις ιδίαν αυτής ουσίαν, ούτως ώστε αύτη είναι εν εαυτή τρόπον τινά πάντα τα αισθητά. Βιβλίο Δεύτερο τέλος κεφαλαίου Α’/, αν ο πέλεκυς είχε το είδος αυτού διωρισμένον ως ουσίαν του, το είδος τούτο θα ήτο η ψυχή αυτού. Η ψυχή όμως δεν είναι παθητική ως ο κηρός, ούτε δέχεται τους προσδιορισμούς της έξωθεν.

Τα στοιχειά κ' αι ασθένειαι ήσαν υπό την εξουσίαν της και ηδύνατο να τας διαθέση, κατά βούλησιν· η κατάρα της ήτο ισχυροτέρα μητρικής κατάρας· η θέλησίς της νόμος της δημιουργίας. Εγνώριζε πού φυτρώνει το σιδερόχορτον προ του οποίου τα κλείθρα τήκονται ως κηρός, πού έχει την φωλεάν του ο τυφλίτης και εις ποίον μέρος της γης καταφεύγει ο υδράργυρος όταν πέση χαμαί.

Όπως ο κηρός δέχεται το σημείον δακτυλίου άνευ του σιδήρου και του χρυσού, δηλ. άνευ της ύλης του, λαμβάνει δε τον χρυσούν ή χαλκούν τύπον, αλλ' όχι ως χρυσόν ή χαλκόν , όμοια πάσχει και η αίσθησις από έκαστον πράγμα, όπερ έχει χρώμα ή χυμόν ή ήχον, όχι όμως ως έκαστον των αντικειμένων τούτων ονομάζεται, αλλά καθ' όσον έχει τοιαύτην ή τοιαύτην ιδιότητα και εμφανίζει μίαν έννοιαν.

Τι είμεθα, πόθεν ερχόμεθα, ποία έσται η μέλλουσα ημών τύχη; Τοιαύτα ζητήματα, αδιάλυτα εν τω ανθρωπίνω εγκεφάλω, ως ο κηρός εν τω ύδατι, επειράτο να λύση. Εν τούτοις η κόμη της πτωχής Ιωάννας έμενεν ακτένιστος και οι οδόντες αργοί· οι οφθαλμοί ήσαν ερυθροί υπό της αϋπνίας, το πρόσωπον ωχρόν και οι όνυχες μαύροι.

Ο δε Αριστοτέλης διά της παρομοιώσεως του κηρού ηθέλησε να δηλώση μόνον την παθητικότητα του αισθητικού, όπερ δέχεται μόνον το είδος. Αλλ' εξ άλλου η αίσθησις δεν μένει ως προς το είδος εις την σχέσιν, την οποίαν έχει το είδος με τον κηρόν. O κηρός δεν δέχεται εντός εαυτού το είδος. Η εντύπωσις του δακτυλίου μένει όλως εξωτερική και επιπολαία χωρίς να γίνηται μορφή του πραγματικού όντος του κηρού.

* O κηρός δέχεται τον τύπον του χρυσού, αλλά δεν γίνεται διά τούτο χρυσούς• ούτω και η αίσθησις. Κατά την λειτουργίαν εκάστου αισθητηρίου. λ.χ. το ύδωρ, ίνα δεχθή σταγόνα μέλιτος, πρέπει να δεχθή &υλικώς& το μέλι.

Η παιδίσκη παρείχε κατά μικρόν σημεία ζωής. Στεναγμός τις ελαφρός, ως λεπτή αύρα εν γαλήνη, εξήλθεν εκ των χειλέων της. Το πρόσωπον ήτο λευκόν, ως κηρός, και οι καστανοί βόστρυχοι της περιέβαλλον την μορφήν, ως στεφάνη γραπτής αγίας. Ο παλαιός στρατιώτης ησθάνετο παράδοξον και συμπαθή γοητείαν εις την θέαν του δυστήνου τούτου πλάσματος.