Και ο συνετός Τηλέμαχος απάντησεν εκείνου• «Αντίνοε, κείνο, 'που θα 'πω, θα κατακρίνης τάχα; και αν τούτ' ο Δίας μου 'δινεν, ήθελ' εγώ το πάρω• 390 αχρείον μη σου φαίνεται για τους ανθρώπους τούτο; πράγμα δεν είναι, όχι, κακό, τινάς να βασιλεύη• πλουταίνει ευθύς το σπίτι του, δοξάζεται κ' εκείνος• αλλ' είναι και άλλοι Αχαιοί πολλοί μες την Ιθάκη βασιλείς, νησί και γέροντες, και τούτων κάποιος θα 'χη 395 το σκήπτρον, αφού απέθανεν ο θείος Οδυσσέας• αλλά εγώτο σπίτι μου θα ορίζω και εις τους δούλους, 'που μου 'καμε ληστεύοντας ο θείος Οδυσσέας».

Μα σ' αγαπώ περσότερον εσένα κι' από κείνον, — που ξένος μέσ' στην πόλι μας εμβήκε και σε πήρε, μαζύ και με το σπίτι σου και την κληρονομιά σου, ενώ εκρυφογένναγε παιδιά μ' άλλη γυναίκα• τον τρόπο αυτό τον μυστικό θα σου τον εξηγήσω: με το να νοιώση πως εσύ ήσουν γυναίκα στείρα, δεν ήθελε να μοιρασθή την τύχη τη δική σου• παίρνοντας μυστικά λοιπόν από της δούλες κάποια έκαμε τούτο το παιδί, και τόστειλε μακρυά του να του το θρέψουν στους Δελφούς• έτσι λοιπόν εκείνο αφού αφέθη στο ναό, και μόρφωσιν επήρε, σαν έννοιωσε πως το παιδί έγινε παλληκάρι, σ' έπεισε 'δω να έλθετε, τάχα για σένα μόνο, οπού δεν έκανες παιδιά• αυτός είπε το ψέμμα πούτρεφε το παιδί κρυφά, και όχι ο Απόλλων, κ' έφτιανε τέτοιες πονηριές• αν ήθελε πιασθή, το γυιό του θ' αφιέρωνε εις το θεό, κι' αν ίσως κατώρθωνε για να κρυφθή, το χρόνο να κερδίση που πέρασε, θα του 'δινεν ευθύς τη βασιλεία της χώρας• μα και τόνομα αυτό που τούχει δώση το είχε φτιάση από καιρό, και Ίωνα τον είπε, τάχα πως τον συνάντησε σαν έβγαινε απ'το ναό.