Πότε περιγράφει τα βάσανα του γέρου Επισκόπου που όρη και βουνά διάβαινε νανταμώση το Θεοδόσιο και να του ζητήση συχώρεση για την Αντιόχεια, πότε τη θλίψη του απελπισμένου λαού που γύρευε κι αυτός να πάρη τα όρη για να ξεγλυτώση από τη βασιλική οργή, και πότε πάλε παρασταίνει τη φρίκη του ο Χρυσόστομος θωρώντας στο Πραιτώριο ταδέρφια του να παιδεύουνται και να τυραννιούνται.

Να γλεντίζουν οι Αθηναίοι, και μεις αθώρητοι να τους ζωγραφούμε. Κοίταξε που άρχισαν κιόλας! Περνάει το πρώτο το τάγμα, φάλαγγα πυκνή και με πέννες αρματωμένη. Είναι οι Δάσκαλοι οι γραμματικοί, οι πατέρες της κορακίστικης. Μέρα και νύχτα παιδεύουνται να φράξουν του λαού το στόμα που τους προδίνει, κι αυτό πάλι σκάνει αν δε μιλήση! Άλλοι δάσκαλοι το δεύτερο το τάγμα.

Ω πηγάδιΔίχως βάθου καν σημάδι. Ω καδδί που δε χορταίνεις, Και ποτέ δεν αποσταίνεις Σ' όσο βρίσκειςΚι' άδιο πάντα σου απομνήσκεις! Ω καρούτα αναιώνια Που να ρίχνουν χίλια χρόνια, Στα χαμέναΘα παιδεύουνται μ' εσένα! Ω κρασιού αλήθια τάφε, Τ' άντερα σου βάφε, βάφε!... Ε κοντύλιΜούρθε πλιο η ψυχή στ' αχείλι! Πες κάνα άλλο κι' άφς τη βρόμα.