Νάναιτο μνήμα μου κεροδοσά μου, Πρωτοπαλλήκαρατην ερημιά.» »Κ' όταν, Λαμπέτη μου, με χωματίσης Έβγατο Τρίκορφο γοργά, γοργά Να πης πως σ' έστειλα να πολεμήσης Πες χαιρετίσματατην κλεφτουριά.» »Εχτές επιάστηκε κ' εκεί τουφέκιτον ύπνο μου άκουσα το βογγητό Εγώ αποσβύστηκα κι' αστροπελέκι Λαμπέτη, μώμεινες εσύ στερνό

Ενσκήψαντος του πολέμου κατά του Αλή πασά και αναγκασθέντος του Οδυσσέως να παραιτήση την Βοιωτίαν προς αποφυγήν του Μπαμπά πασά, τα πρωτοπαλλήκαρα, επτά τον αριθμόν, κατά την αρματωλικήν παράδοσιν, ανηγόρευσαν ομοφώνως οπλαρχηγόν Λεβαδείας τον Διάκον και την εκλογήν ταύτην ανεγνώρισαν προθύμως οι πρόκριτοι, εσεβάσθη δε και τυπικώς εκύρωσεν η Τουρκική αρχή.

Και ο ποιητικός αγών θα ετελείωνε, φαίνεται, κατά τρόπον πολύ δυσάρεστον διά τον μάγον, αν μία εμφάνισις δεν έστρεφεν αλλού την προσοχήν του Μανώλη και των άλλων. Πέντε Τούρκοι, γνωστά πρωτοπαλλήκαρα, επιζητούντα συχνά έριδας με Χριστιανούς, είχαν εισέλθη προ μικρού. Ένεκα του θορύβου και του συνωστισμού γύρω εις τον χορόν, ελάχιστοι τους είχαν ίδη κατά τας πρώτας στιγμάς.

Τάρεσε νάχη μοναχά πρωτοπαλλήκαρά του Μεςτην πλατειά την ερημιά, τα δυο του φτερνιστήρια, Το δαμασκί του το σπαθί, κ' εκεί να παρατρέχη Με του Σιμούν το φύσημα ποιος να πρωτοπεράση. Ύστερα τον εμάγεψε τ' Αλήπασα ταστέριτο νου του εσπιθοβόλησαν τιμαίς και μεγαλεία, Κ' επήρε τον ανήφορο... Αναίβαινε τρεχάτος... Εμπρός του ο βράχος του Σουλιού, θεόχτιστος, δεν σκύφτει Να τον αφήση να διαβή.

Μετά τον θάνατον του Τριμπούκη περί το 1745 κατέκτησε τον Βάλτον και τ' Άγραφα. Πρωτοπαλλήκαρα αυτού υπήρξαν ο Μπουκουβάλας, όστις έλαβε παρ' αυτού το αρματωλίκιον των Αγράφων, ο Στουρνάρης προς ον απένειμε το του Ασπροποτάμου, ο Αλέξης Καρακίτζος, όστις κατέσχε το του Καρπενησίου, και ο Κοντογιάννης λαχών το της Υπάτης. Ο υιός αυτού Ιωάννης διέπρεψε κατά την επανάστασιν των 1769.