Το γαϊδουράκι εις το πλάι της έφευγε κατευχαριστημένο, διότι ήτο εκείνη πλησίον του, και καμμίαν δυσκολίαν δεν έκαμνε διά το φορτίον. Δεν είχε περιπατήσει πολύ, όταν από μακράν είδε να έρχεται ίσιααυτήν ένα μεγάλο πρόβατον· ήτο τόσο παχύ, ώστε με δυσκολίαν επροχώρει, και εβέλαζε. — Δεν είνε δυνατόν να είνε το αρνί που επότισα αυτό!

Δεν εφαίνετο κουρασμένος εκείνος, αλλ' έμενε πάντοτε τελευταίος. Μη μου τον έταξε και αυτόν ο καπετάνιος επίτηδες ως επίκουρον, — υπάσπιστήν του υπασπιστού! Καθόσον ανέβαινα, ησθανόμην τας δυνάμεις μου εκλειπούσας. Μετά την κακοπάθειαν της νυκτός είχα ήδη περιπατήσει επί τέσσαρας ώρας.

Μου ήλθεν επιθυμία να τον ιδώ, και ευρίσκοντάς τον πλέον χαριτωμένον από εκείνο που άκουα, τον επήρα εις τόσην υπόληψιν, που τον έκαμα ένα από τους της αυλής μου, διά να τον έχω πάντα κοντά μου, να με ευφραίνη με τες διήγησές του και με τες μεσελέδες του, ο οποίος ήτον πολλά πρακτικός από όλα τα πράγματα του κόσμου· επειδή και με όλον που ήτον νέος είχε περιπατήσει πολύν κόσμον.

Η αποτυχία εις το παλαίειν προς τους ιδίους πειρασμούς του, η ψεύσις πάσης προσδοκίας ήτις το πρώτον τον είχεν ελκύσει προς τον Ιησούν η αφόρητος ταπείνωσις η προσγενομένη εις όλον το είναι του διά της αντιθέσεως εκ της καθ' ημέραν αναστροφής προς την άσπιλον καθαρότητα, η βαθυτέρα σκοτία την οποίαν δεν ηδύνατο ειμή να αισθάνεται ότι η ενοχή του έρριπτε αναμέσον των διαβημάτων του, ένεκα του φλέγοντος ηλικού φωτός, εν ώ από πολλών μηνών είχε περιπατήσει, η αίσθησις προσέτι ότι ο οφθαλμός του Διδασκάλου του, ίσως και τα όμματά τινων εκ των συναποστόλων του, είχον αναγνώσει ή ήρχιζον ήδη ν' αναγινώσκουσι τα κρύφια της καρδίας του· όλοι αυτοί οι λογισμοί είχον βαθυνθή κατ' ολίγον εντός της ψυχής του, και από ψυχρότητος και απαλλοτριόσεως έφθασαν να τραπώσιν εις ακόρεστον απέχθειαν και μίσος.

Το έγκλημα τούτο, το διαπραχθέν εναντίον Του υπό του ανθρώπου όστις πρώτος Τον είχε κηρύξει ως τον Χριστόν, όστις είχε περιπατήσει πλησίον Του επί της τρικυμιώδους θαλάσσης, όστις είχεν ελκύσει υπέρ Αυτού την μάχαιραν εν Γεθσημανή, όστις είχε βεβαιώσει μετά τόσης σφοδρότητος ότι θ’ απέθνησκε μετ' Αυτού μάλλον ή να Τον αρνηθήτην άρνησιν ταύτην, επικυρουμένην δι' αρών και όρκων, ήκουσεν ο Ιησούς ευθύς μετά την εις θάνατον κατάκρισίν Του, και εν αυτή τη αρχή του πρώτου τρομερού κατ' Αυτού εμπαιγμού.