Οι δε μη ερώντες οι οποίοι και πρότερον ως φίλοι εγνώρισαν τους αγαπωμένους, επόμενον είναι ότι δεν θα ελαττώσωσι την φιλίαν των προς αυτούς διότι θα λάβωσιν ευνοίας παρ' εκείνων, αλλά τουναντίον αυταί αι εύνοιαι θα χρησιμεύσουν ως κεφάλαια μελλουσών απολαυών· και αν μεν λοιπόν επιδιώκης την βελτίωσίν σου πείθου εις εμέ και όχι εις εραστήν.

Μου φαίνεται πώς έχεις δίκαιον, είπα εγώ. — Και λέγεται μεν από μερικούς, εξηκολούθησεν, ότι ερώντες είνε οι ζητούντες το εαυτών ήμισυ, αλλ' εγώ λέγω ότι έρως δεν είνε η ζήτησις ούτε του ημίσεως ούτε του όλου, εάν τούτο δεν είνε αγαθόν, αφού οι άνθρωποι και πόδας και χείρας εαυτών παρέχουν θεληματικώς διά ν' αποκοπούν, όταν νομίζουν τα μέλη τους αυτά ως κακώς έχοντα.

Σωκράτης Εμπρός λοιπόν, ανάγνωσέ μου την αρχήν του λόγου του Λυσίου. Φαίδρος «Διά τα ιδικά μου μεν αισθήματα γνωρίζεις καλά και καθώς νομίζω έχεις ακούσει ότι συμφέρει εις ημάς τους δύο η εκπλήρωσις των πόθων μου· έχω δε την αξίωσιν να μη αποτύχω εις ό,τι επιθυμώ διά τούτο μόνον ότι συνέπεσε να μην είμαι εραστής σου· διότι οι ερώντες μεταμελούνται τότε — ».

Το αυτό συμβαίνει και με τον έρωτα, ο οποίος γενικώς μεν είνε πάσα η των αγαθών και του ευδαιμονείν επιθυμία, ο μέγιστος και δολερός και εις πάντας υπάρχων έρως· αλλ' οι μεν εις τα διάφορα άλλα είδη αυτού τρεπόμενοι, ή προς τον χρηματισμόν ή την γυμναστικήν ή την φιλοσοφίαν, ούτε ως ερώντες χαρακτηρίζονται ούτε ερασταί καλούνται, οι δε εις ένα ώρισμένον είδος επιδιδόμενοι και ασχολούμενοι επήραν το όνομα του όλου, δι' αυτούς μόνον χρησιμοποιουμένων των λέξεων έρως και εράν και ερασταί.

Προσέτι δε δεν αξίζει να προτιμώνται οι ερώντες διά τούτο, διότι λέγουν ότι αυτοί προ πάντων αγαπώσι όσους αγαπούν και είναι πρόθυμοι και με λόγους και με έργα να χαρισθώσιν εις αυτούς, έστω και αν αποστρέφωνται από τους άλλους.

Προσέτι δε κατ' ανάγκην πολλοί θα μάθωσι και θ' αντιληφθώσι το πράγμα, επειδή οι ερώντες έχουσιν ως κύριον έργον των τούτο, το ν' ακολουθώσι τους αγαπωμένους, ώστε και όταν ακόμη ιδωθώσι να συνομιλούν μεταξύ των, παρέχουν την υπόνοιαν ότι έγινεν ή μέλλει να γίνη η επιθυμία της συνευρέσεως· οι δε μη ερώντες ουδέ παρέχουσι καν υποψίαν ότι προσπαθούσι δι' επιθυμίαν, επειδή γνωρίζουν οι άνθρωποι ότι κατ' ανάγκην ούτοι συνομιλούν με κάποιον ένεκα φιλίας ή ένεκα άλλης τινός εύχαριστήσεως.

Προσέτι δε οι μεν ερώντες υπολογίζουσι τας ζημίας τας οποίας επέφερον εις τας υποθέσεις των χάριν του έρωτος και τα χαρίσματα τα οποία εχορήγησαν και, αφού προσθέσουν και όσα υπέφερον, ευρίσκουν ότι προ πολλού έχουσι πληρώσει εις τους αγαπωμένους την αξίαν της αγάπης των· οι δε μη ερώντες δεν είναι δυνατόν να προφασισθώσιν ότι ένεκα του έρωτος ημέλησαν τας υποθέσεις των, ούτε να υπολογίζωσι τα περασμένα βάσανά των, ούτε να παραπονεθώσι διά τας φιλονικίας πού έκαμον με την οικογένειάν των· ώστε αφού αφαιρεθώσι τόσον πολλά κακά, τίποτε άλλο δεν μένει παρά να κάμνωσι με προθυμίαν όσας πράξεις νομίζουν ότι θα είναι ευχάριστοι εις τους αγαπωμένους.

Και εκείνο που λέγει ο Όμηρος, ότι εις μερικούς ήρωας εμπνέει μένος ο θεός, τούτο ο Έρως κατορθώνει να γίνεται αυτομάτως εις τους ερώντας. Ούτω μόνον οι ερώντες θυσιάζουν ευχαρίστως την ζωήν των υπέρ του αγαπωμένου, και όχι μόνον οι άνδρες διότι είναι άνδρες, αλλά και αι γυναίκες.

Νομίζεις οι ερώντες πως θα πετούν 'στά νέφη και πως ποτέ δεν θάχουν για τίποτ' άλλο κέφι; ή μη κι' ο έρως θάναι καπνός, ατμός και σκόνη, και γυναικός κοιλία ποτέ δεν θα φουσκώνη; Και αν του Σωφρονίσκου ακούσης τον υιόν, που έν' ανακηρύττει του Σύμπαντος Θεόν, ασύλληπτον καθ' όλα και άυλον κι' αιώνιον κι' εις τούτον αποβλέπων ερρόφησε το κώνειον.